Tuesday, April 7, 2009

Οι πρώτοι, μέχρι σήμερα, Ιστορικοί ανάδοχοι, ως προς την πρώτη, ιστορικώς, αναφορά του όνοματος, της πόλης του Μεσολογγίου.

Τα πρόσωπα Παολο Παρουτα...

1ον PAOLO PARUTA


Βιογραφία
Ελεύθερη μετάφραση, του Άγγελου Κότσαρη, όλων των Ιταλικών κειμένων, από Ιταλική Wikipedia και την ψηφοποιημένη μέταφορά του Βιβλίου του Paolo Paruta «Storia della Guerra di Cipro» από την Google.
Γεννήθηκε στη Βενετία γόνος μιας οικογένειας απ' τη Luccan. Μετά από σπουδές στην Πάδουα υπηρέτησε τη Δημοκρατία της Βενετίας λόγω των πολιτικών του ικανοτήτων σε διάφορες θέσεις, μεταξύ των οποίων και ως γραμματέας σε μια από τις βενετσιάνικες αντιπροσωπίες στο Συμβούλιο των Δέκα. Στο 1562 συνόδευσε το πρέσβη της Βενετίας Michele Suriano στην αυλή του αυτοκράτορα Μαξιμίλιαν II και ασχολήθηκε ως υπάλληλος της Δημοκρατίας με την Ιστοριογραφική συγγραφή. Κατά την εκεί παραμονή του εκφώνησε λόγο στην επιμνημόσυνο τελετή για αυτούς που σκοτώθηκαν κατά τη ναυμαχία του Lepanto (1572). Μετά την αλλαγή της κυβέρνησης είχε λάβει τον τίτλο Savio di Terraferma (για τη διαχείριση των δημοκρατιών της ηπειρωτικών κτήσεων), και έγινε γερουσιαστής. Το 1579 ορίστηκε επίσημος ιστορικός στη Δημοκρατία της Βενετίας, σαν διάδοχος του Luigi Contarini. Πήρε την Ιστοριογραφία την οποία είχε αφήσει ο Cardinal Bembo (ημιτελή) , από το 1513, και την έφερε στο 1551. Το 1580 έγινε προϊστάμενος στην αίθουσα συνεδριάσεων των δανείων, έγινε επίτροπος εγγυήσεων(1589), Savio del Consiglio gran στο 1590, πρεσβευτής στον Πάπα στη Ρώμη (1592-95) και διοικητής της Μπρέσια (1590-92). Στο 1596 έχει διοριστεί προϊστάμενος (έπαρχος) του Αγ. Μάρκου (1596, πλάι στο ύψιστο αξίωμα του Δόγη ), και Provveditore delle Fortezze (επιστάτης των οχυρώσεων) το 1597.
Πέθανε στη Βενετία. Από τα νιάτα του είχε αφιερωθεί στην λογοτεχνία και τη φιλοσοφία, ως επίσης, και στη σύνθεση της ποίησης. Ο ίδιος ασχολήθηκε ειδικότερα με την ιστορία και την πολιτική επιστήμη, και ήταν στο τέλος του δεκάτου έκτου αιώνα ότι και ο Macchiavelli, αν και με διαφορετικό τρόπο, από ότι ήταν στην αρχή. Πνευματικά ανήκε στην ομάδα των εξευγενισμένων ανδρών οι οποίοι πρόσφατα συναντήθηκαν στην κατοικία του Morosini για να συζητήσουν την πολιτική, που μέρος της (μπορεί να ονομαστεί φιλελεύθερο κόμμα)και που τέθηκε σε αρχή το 1582. Τα σημαντικότερα ιστορικά έργα του είναι το «Guerra di Cipro. Ο πόλεμος της Κύπρου (1570-72) και το Storia Veneziana, σα συνέχιση της ιστοριογραφίας του Bembo, η οποία περιλαμβάνει τα έτη 1513 έως 1551, που ήταν κατά την πρώτη γραπτή δημοσίευσή της στη Λατινική και στη συνέχεια στις ιταλική διάλεκτο. Αυτό το έργο του δημοσιεύεται, μόνο μετά θάνατον του, το 1599. Και τα δύο έργα που συνέγραψε έγιναν κατόπιν αιτήματος της κυβέρνησης, εν τούτοις είναι γραμμένα με αμεροληψία και αλήθεια, δείχνουν δε ιδιαίτερα τη σχέση μεταξύ των τρεχόντων γεγονότων της Βενετίας και τη γενικότερης ιστορίας της Ευρώπης. Η γραπτή έκθεσή του, στο τέλος της διπλωματικής αποστολής στη Ρώμη αποκαλύπτει την μεγάλη του πολιτική διορατικότητα, από την ακριβή περιγραφική εκτίμηση των ανδρών και των υποθέσεων της Ρώμης, και η οποία είναι ισάξια με εκείνη των μεγαλύτερων Βενετσιάνων πρεσβευτών. Από τα πολιτικά του συγγράμματα, το Della perfezione della vita politica, σε μορφή διαλόγου, το οποίο γράφτηκε μεταξύ 1572 και 1579, έχει κάπως διδακτικό και ακαδημαϊκό ύφος, και το αντιμετωπίζει στοχαστικά κυρίως από τη άποψη της σχετικής υπεροχής της ενεργού ζωής και μάλιστα με τον προβληματισμό του, που προαποφασίζει υπέρ της ενεργού ζωής, να είναι αυτή σκοπός που να συμβάλει περισσότερο για λογαριασμό της ευημερίας της Δημοκρατίας. Δεν θα ήταν δίκαιο να αμφισβητηθούν οι ιδέες που έχουν γραφτεί και περιέχονται στο Bellarmine’s του «De officio principis christiani».
Το έργο του Discorsi politici το οποίο δεν είχε δημοσιευθεί μέχρι και μετά το θάνατό του. Αποτελεί το πρώτο του βιβλίο που αναπτύσσει το μεγαλείο και την παρακμή των Ρωμαίων. Στο δεύτερο από τις σύγχρονες κυβερνήσεις, ιδίως της Βενετίας, είναι πραγματικά μια συγγνώμη για την δική του πολιτική. Μεταξύ άλλων έργων μπορεί να αναφέρεται μια σειρά από πολιτικές orations. Αν και ο Paruta είναι ένας ανεξάρτητος στοχαστής, η επιρροή του από τον Macchiavelli είναι αξιοσημείωτη. Η πολιτική της ιταλικής ισορροπίας, η οποία έναν αιώνα αργότερα εξελίχθηκε σε αυτό της γενικότερης Ευρωπαϊκής ισορροπίας, είχε σαφώς προβλεφτεί από τον ίδιο. Στην πολιτική του οι απόψεις για την οικονομία δεν αποτελούν ένα αξιοσημείωτο στοιχείο, και ως τέτοιες είναι κατώτερες από τον συγχρονό του, τον Πιεμοντέζο Μποτέρο.

2ον Κ. Ν. Σάθας

Αντί βιογραφίας, πρόλογος στο βιβλίο του Κ.Ν. Σάθα «Τουρκοκρατούμενη Ελλάς 1453 -1821», εκδόσεων Αρσενίδη, του Κωνσταντίνου Τσάτσου – Αθήνα 28.5.62

Ο Κωνσταντίνος Σάθας ανήκει εις τους ευάριθμους εκείνους πρωτοπόρους, οι οποίοι περί τα τέλη του παρελθόντος αιώνος ήρχισαν να μελετούν και να αποκαθιστούν την μεσαιωνικήν ιστορίαν του ελληνικού έθνους. Ως ιχνευτής και αναδιφητής βυζαντινών κειμένων είναι ίσως ο πρώτος μεταξύ αυτών και ασφαλώς ο παραγωγικότερος. Οι ιστορικοί οι οποίοι ενεφανίσθησαν ολίγον βραδύτερον, εις τας εκδόσεις του σημαντικών ανεκδότων κειμένων ανέτρεξαν και από την επίμοχθον συλλεκτικήν του εργασίαν ήντλησαν μέγα μέρος του υλικού των. Οι παλαιότεροι όπως ο Krumbacher, ο Gregorovius, ο Schlumberger, ο Diehl, ιδιαιτέρως τον ετίμων. Ανεξαρτήτως των τυχόν ελλείψεων εις το κριτικόν και το συνθετικόν μέρος, η προσφορά του Σάθα εις την επαναβίωσιν της μεσαιωνικής ιστορίας μας δεν ημπορεί να αγνοηθή.
Αλλά οι Έλληνες έχουν και ένα πρόσθετον λόγον ευγνωμοσύνης προς τον Σάθαν. Επεξέτεινε τας μελέτας του και εις τον μεταβυζαντινόν ελληνισμόν, την Κρήτην και την Τουρκοκρατουμένην Ελλάδα. Ησχολήθη εκ των πρωτέρων με την σκοτεινήν αυτήν περίοδον της ιστορίας του Έθνους και έφερεν πρώτος εις φως ανεκτιμήτου αξίας κείμενα και σημαντικά γεγονότα. Έκτοτε βεβαίως και αρτιώτεραι εκδόσεις πολλών εκ το πρώτον υπό του Κ. Σάθα δημοσιευθέντων κειμένων εγένοντο, και συστηματικώτεραι της περιόδου αυτής ιστορίαι εδημοσιεύθησαν. Αλλά μένει πάντοτε κατ’ εξοχήν ενδιαφέρον και χρήσιμον το χρονικόν της περιόδου 1453-1821 το οποίον περιέχει η Τουρκοκρατούμενη Ελλάς, καίτοι παρήλθεν από της εκδόσεως του, το 1869, σχεδόν ολόκληρος αιών.
Θα αποτελέση ευτυχές γεγονός άν η επανέκδοσις αυτής δώση ευκαιρίαν εις πολλούς νέους να εγκύψουν εις την εξιστόρησιν των δραματικών γεγονότων τα οποία άφησαν ανεξίτηλα τα ίχνη τους επί της ζωής μας. Πολλά και απαραίτητα διδάσκεται τις από τους χρυσούς αιώνας της ιστορίας, από τα αιώνια παραδείγματα και τα ανυπέρβλητα επιτεύγματα. Οι σκοτεινοί όμως χρόνοι όπου εν μέρει διεμορφώθη η ψυχολογία μας και εξεκολάφθησαν οι κοινωνικοί και πολιτικοί όροι της υπάρξεως μας αποτελούν ανεξάντλητον δεξαμενήν γνώσεων και πείρας. Και έπρεπε να μη λησμονούνται ποτέ από όσους γνωρίζουν ότι το Γνώθι σαυτόν δεν αποτελεί μόνον των ατόμων το πρώτον χρέος αλλά και των εθνών.
Ο Κωνσταντίνος Σάθας υπήρξε θείος της μητρός μου εξ αγχιστείας. Γνωρίζω από διηγήσεις των γονέων μου πολλά περιστατικά της ιδιωτικής του ζωής. Γνωρίζω ότι εις το πάθος του να προωθήση τας βυζαντινάς σπουδάς ηνάλωσε και την περιουσίαν του και την υγείαν του.
Απέθανεν εις Παρισίους πτωχός και εγκαταλελειμένος με την πικρίαν ότι δεν εβοηθήθη εις το εκδοτικόν του έργον.
Μετά τον θάνατον της χήρας αυτού ο αδελφός μου και εγώ παρεχωρήσαμεν εις τον Σύλλογον Ωφελήμων Βιβλίων μέγα κιβώτιον περιέχον άπαντα τα εις την κατοχήν μας χειρόγραφα του Σάθα, μεταξύ των οποίων είναι αρκετά ανέκδοτα, ως με εβεβαίσαν οι ερευνήσαντες τότε προχείρως ταύτα αείμνηστοι Νικ. Βέης, και Κων. Άμαντος ως και ο νυν ακαδημαϊκός Σωκρ. Κουγέας.

Τα ντουκουμέντα

Ντοκουμέντο 1
Αον: Σελίδα 318 από το βιβλίο του Κ. Σάθα, τουρκουκρατούμενη Ελλάς 1453- 1821. Έκδοσης Αρσενίδη.

Μεγέθυνση της ανωτέρω σελίδας στο τέλος της όπου και φαίνεται η διαφωνία του Κ. ΣΑΘΑ εν σχέσει με τον Σ. ΤΡΙΚΟΥΠΗ



Η πρώτη σελίδα του βιβλίου STORIA DELLA GUERRA DI' CIPRO

"STORIA DELLA.GUERRA DI' CIPRO

LIBRI TRE
D I PAOLO PARUTA
SIENA
DALLA TIPOGRAFIA DI PANDOLFO ROSSI
ALL1 INSEGNA DELLA. LUPA
MDCCCXXV11

AL LETTORE BENEVOLO
PANDOLFO ROSSI "


Περισσότερες λεπτομέρειες
Storia della guerra di Cipro: libri tre
Από τον/την Paolo Paruta
Εκδόθηκε από Rossi, 1827
Πρωτότυπο από Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ
Ψηφιοποιήθηκε στις 27 Αυγ. 2008
421 σελίδες.

Ντουκουμέντο 2

Βον:Σελίδα 278-279 από το βιβλίο Paolo Paruta Storia della Guerra di Cipro.




Απόσπασμα σε μεγέθυνση της σελίδας 279 της STORIA DELLA GUERRA DI' CIPRO του P. Paruta που και διακρίνεται η λέξη Mesologni.

Σχόλιο

Η παράθεση αυτή των ανωτέρω αποσπασμάτων γίνεται για όσους καλά κάνουν και απορούν, για όσα εγώ από (πατριωτικό) ενθουσιασμό θεωρώ αυτονόητα. Μάλιστα εδώ σημειώνω επίσης ότι η λέξη που χρησιμοποιεί στο βιβλίο του ο Paruta για το Μεσολόγγι στα Ιταλικά τη γράφει ως Mesologni, που κανονικά θα προφέρονταν Μεσολόνι, αλλά το πιθανότερο να πρόκειται για λάθος τυπογραφικό, που αντί h μπήκε n, δύο γράμματα με πολλές τυπογραφικές ομοιότητες και στην τυπογραφία της τότε έκδοσης. Σ’ αυτό καταλήγω περισσότερο γιατί από την ίδια την περιγραφή του Paruta στη θέση που βάζει την γεωγραφική ύπαρξη του Mesologni, υπάρχει ανέκαθεν έκτοτε, (τουλάχιστον από το 1684 όπως και ο Σ. Τρικούπης δέχεται) η πόλη του Μεσολογγίου. Εξάλλου για να καταλάβει κανείς την ορθότητα της άποψης του Κ. Σάθα θα πρέπει να διαβάσει καλά, έστω και σε ελεύθερη μετάφραση την περιγραφή του ίδιου του Paruta. Ο τελευταίος κόβονταν -και καλά έκανε- για την σαφήνειά της περιγραφής του, που σκοπό θα 'χε με ακρίβεια να περιγάφεται στο σύνολό του το μέγεθος των τότε γεγονότων που επακολούθησαν κατά τις 7 Οκτώβρη του 1571. Δηλαδή η μεγάλη και μόνο σημασία της Ναυμαχίας της Ναυπάκτου, που ως τέτοια έπρεπε για της γενιές που θα ακολουθούσαν να είναι περιγραφικά αψεγάδιαστη. Αυτή η περιγραφή του Paruta στο βαθμό που μπόρεσα ελεύθερα να μεταφράσω ανταποκρίνεται και στα γεγονότα που αναφέρονται στη 278 και 279 σελίδα του βιβλίου του στα ιταλικά και παρακάτω στην παράθεση της μετάφρασης μου και των δύο σελίδων, προς ευρύτερη κατανόηση τους στα ελληνικά.

Ma per lo soccorso erano alcune fuste riserbate sotto diversi Capi. Con tale ordine dunque movendosi l'armata Turchesca, partita da Lepanto, navigò il primo giorno a Galata, ove fermatosi una sola notte, drizzò la seguente mattina avanti l' alba il suo camino verso la Cefalonìa, ove credevano i Turchi di dover ritrovare l' armata della lega, e combatterla ne' proprι Porti: facendo de'nostri quelli medesimi disegni, che i nostri facevano contra di loro : conciosiaché poche ore avanti il partire dell' armata Turchesca era Similmente levata la Cristiana da'suoi porti per andare ( come si disse ) a ritrovare i nemici. Cosi avvenne, che già si fossero molto appressate l'armate nemiche, prima che ad alcuna di esse pervenisse la nuova del camino dell' altra . Erano desiderose ambedue di combattere, ma tuttavia non lo sapendo ancora si venivano incontra, anzi da ciascuna parte istimandosi, che non dovesse 1' altra , salvo che sforzata, prestare facoltà di fare giornata. Ma poiché Tarmata Turchesca scoprì, e fu nel tempo stesso scoperta dalla Cristiana, grandissima maraviglia ne nacque in ciascuna, ed insieme altrettanta allegrezza, avendo l'una, e l'altra poco concetto delle forze de' nemici. Le galee Turchesche poste nel modo che si é detto in ordinanza, veleggiavano con li soli trinchetti molto ristretti insieme, ma con alquanto di avvantaggio nel camino alle punte de'cor- ni, talché venivano a fare una forma quasi di mezza luna. Ma la nostra armata nel passar per lo canale, che in quel luogo fanno li scosli vicini de'Cur
zolari, aveva convenuto rompere in qualche parte il suo ordine: onde essendo solamente innanzi scorse le galee della vanguardia, e cominciando ad uscire fuori le prime del corno destro, rimanevano ancora 1' altre dietro quei scogli.
Ma perché ogni cosa più chiara si rappresenti, ricerca la presente narrazione, che sia questo sito particolarmente descritto, e fatto palese. Nel mare Ionico vien fatto quasi da due grandi archi un seno, che nella sua circonferenza cinge lo spazio di forse dugento miglia: perocché partendosi dal Golfo dell'Arta, e seguendo le riviere dell'Albania fin al Golfo di Lepanto, per spazio di settanta miglia va il terreno indietro ritirandosi, e dal Golfo di Lepanto fin a Castello Tornese per altrettanto camino nella costa della Morea tornando a spingersi in fuori , ne forma quasi una mezza luna : ali' incontro della terra ferma sono l'Isole di Santa Maura, della Cefalonìa, e del Zante, le quali poste in figura quasi triangolare formano l'opposito semicircolo : talché questo spazio di mare quasi d'ogni parte, benché con largo intervallo, riman chiuso. In questo sono posti tre scogli di picciola grandezza, per breve spazio separati, e divisi, e non più che un miglio dalle riviere dell'Albania lontani, guardano da Levante Lepanto, da Ponente Santa Maura, dalli quali luoghi sono quasi ugualmente per spazio di circa trentacinque in quaranta miglia lontani: ma da Mezzo giorno hanno opposta l'Isola del Zante, alla quale é il doppio più di camino, e da Tramontana la costa dell'Albania: furono queste Isole dagli antichi chiamate Echinadi, e di essi favoleggiando i Poeti dissero essere state alcune Ninfe, per avere disprezzata la Deità del vicino fiume Acheloo, sommerse ivi nel mare, e in scogli convertite: sono queste sterili, alpestri, e senza alcuna abitazione umana, e per altro di niun nome: ma fatti a questo tempo famosi per tutti i secoli futuri, per la memorabilissima giornata navale, intorno ad essi seguita, come s'intenderà. A questo luogo dunque giunse la nostra armata, come si disse, a’sette del mese d’Ottombre, giorno célèbre presso a’Cristiani per la memoria della vergine, a martire Giustina, essendosi gia buona pezza dimostrato il Sole sopra la terra, il quale sgombrate tutte la nebbie del Cielo, aveva portato un chiarissimo giorno, ed acquetati i venti, che l’avevano poco innanzi conturbato, rimaneva il mare senza onde in una bonaccia calma. Passo oltre gli scogli di Curzolari Giovanni da Cardona, che guidava l’antiguardia con otto galee, e ando a Petala, seguendolo tutta l’armata per fermarsi in quell luogo, per la comodita del porto, e delle acque del fiume Acheloo, con animo, essendosi gia fatti circa ad otto miglia vicini al castello, che e posto alla bocca del Golfo di Lepando, di dover di la mandare qualche Capo da Guerra a riconoscerlo: cosi incaminandosi tutti per l’intesso viaggio, nell uscire fuori de scogli de’ Curzolari sopra la punta delle peschiere, dette da Greci Mesolongni, Fu dalla galea reale di don Giovanni scoperta l’armata nemica circa dodici miglia lontana, la quale, o per essere l’aere allora men chiaro, o per essere le vele piu lontane, non era stata dell’antiguardia scoperta.


Μετάφραση εκ του ιταλικού κειμένου.
…Αλλά δια τη βοήθεια της τουρκικής Αρμάδας είχαν κάποιες φούστες, (μικρά πλοιάρια εποχής) διάσωσης υπό τις διαταγές διάφορων αρχηγών. Με αυτή λοιπόν τη σειρά, στη μεταφορά της, η τούρκικη αρμάδα έφυγε από το Lepanto, έπλευσε το πρώτο πρωί μέχρι το Γαλατά, όπου θα παρέμενε μία μόνο νύχτα, με σκοπό να αναχωρήσουν το επόμενο πρωινό, πριν την αυγή, για το ταξίδι τους προς την Κεφαλονιά, όπου οι Τούρκοι πίστευαν να βρουν την Αρμάδα της Λέγκας, και να ναυμαχήσουν μ’ αυτή στο λιμάνι της: Έκαναν τα ίδια σχέδια, που οι δικοί μας έκαναν εναντίον αυτών: Λίγες ώρες πριν αρχίσει να αναχωρεί η τούρκικη Αρμάδα οι Χριστιανοί επίσης απέφυγαν να πάνε σε δικά τους λιμάνια, σαν ενδιάμεσο σταθμό, (όπως είπαν) προκειμένου κατ' ευθείαν να πάνε προς αναζήτηση των εχθρών. Έτσι συνέβη να είναι αυτοί ήδη πολύ κάτω από την Αρμάδα των εχθρών, πριν οποιασδήποτε απ' αυτούς να φθάσει στο καινούργιο δρόμο του άλλου. Ήταν πρόθυμοι και οι δύο να ναυμαχήσουν, αλλά δεν γνώριζαν ακόμη που θα συναντούσαν ο ένας τον άλλο, πραγματικά κάθε τμήμα πορευμένων δεν ήξερε που ήταν το άλλο, ασφαλείς (παραμένοντες) προσπαθούσαν, να είναι απασχολημένοι κατά την διάρκεια της μέρας. Αλλά απ' τη στιγμή που ανακαλύφθηκε η Αρμάδα των Τούρκων, και ήταν κατά τον ίδιο χρόνο με την ανακάλυψη της χριστιανικής, μεγάλη χαρά γεννήθηκε στον καθένα, και μαζί πολλή χαρά υπήρξε, έχοντας, η μία και η άλλη, μικρή έννοια για τις δυνάμεις των «εχθρών». Όπως είπαν, oι Τουρκικές γαλέρες έμπαιναν όλες έτσι στη σειρά προκειμένου να πλεύσουν μαζί, με πολύ περιορισμένη χρήση πανιών, αλλά με αρκετό πλεονέκτημα στην πορεία, έχοντας κάνει αιχμές στα άκρα (της σειράς), που είχαν σαν αποτέλεσμα να φτιάχνουν μία μορφή ίδια περίπου με μισοφέγγαρο. Αλλά και στη δική μας Αρμάδα, προκειμένου να την περάσουν απ’ το κανάλι, το οποίο σ' αυτό το σημείο είχε βράχους κοντά στο νησί Οξειά, είχαν συμφωνήσει να σπάσουν κάπου τη σειρά διάταξης των: λίγο μάλιστα πριν από τα θαλάσσια ρεύματα, που είδαν οι γαλέρες της εμπροσθοφυλακής, και που άρχιζαν να βγαίνουν προς τα έξω κατ' αρχήν απ' τα δεξιά τους, και που θα εξακολουθούσαν να υπάρχουν και άλλα και πίσω απ' αυτούς τους βράχους.Αλλά, σ' αυτή τη παρουσίαση της αναζήτησης, στην αφήγηση επειδή τα πάντα πρέπει να είναι σαφέστατα, γι' αυτό δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην περιγραφή, ούτως ώστε αυτή να χαρακτηρίζεται από πλήρη σαφήνεια.Το Ιόνιο Πέλαγος είναι γεγονός σχεδόν ότι αποτελείται από δύο μεγάλους κόλπους,

που τους περιβάλλουν, στην περιφέρεια τους, περίπου διακόσια μίλια. Κατ' αρχήν από τον Κόλπο της Άρτας, και ακολούθως από τις ακτές της Αιτωλοακαρνανίας ( Αλβανίας) για να καταλήξει τελικά στον Κόλπο της Lepanto, ο οποίος για εβδομήντα μίλια, απέναντι στον Μοριά, βαθαίνει προς τα μέσα με τη μορφή μισοφέγγαρου, και φθάνει, σε μια άκρη του, στο Castello Tornese,

εκεί όπου και τελειώνει: Απέναντι της κλειστής αυτής στεριάς είναι τα νησιά Σάντα Μαύρα (Λευκάδα), Κεφαλληνίας και Ζακύνθου, τα οποία παρουσιάζουν τριγωνική μορφή σχηματίζοντας περίπου ένα ημικύκλιο: Έτσι αυτός ο θαλάσσιος χώρος, σχεδόν από κάθε πλευρά, (αν και σε ευρύτερη θεώρηση,) παραμένει εν τέλει κλειστός. Από ένα σημείο απ’ εδώ που βρίσκονταν, υπάρχουν τρεις μεγάλες βραχονησίδες σε μικρή απόσταση διαχωρισμένες και όχι σε μεγαλύτερη απόσταση από ένα μίλι μακριά από την ακτή της Αιτωλοακαρνανίας, (Αλβανίας κατά τον Παρούτα και τον τότε γεωγραφικό πολιτικό προσδιορισμό της δυτικής Ελλάδας κατά τα συμφέροντα των ενετών ίσως, βλέπε διαχρονικά το θέμα χθες Ενετοί, σήμερα αμερικάνοι κκαι πάει λέγοντας! ): βλέποντας από εδώ, προς την ανατολή την Ναύπακτο, και προς την Δύση την Σάντα Μάουρα ( Λευκάδα), τους ίδιους ακριβώς στεριανούς χώρους και σε σχεδόν ίδια απόσταση περίπου τριανταπέντε με σαράντα μίλια μακριά: Κατά το μέσο της μέρας έχοντας απέναντί μας το Νησί του Τζάντε (Ζακύνθου) το οποίο ήταν σε απόσταση μεγαλύτερη από τη διπλάσια της απόστασης από τα βόρεια της Αιτωλοακαρνανίας, οι βραχονησίδες που προαναφέρθηκαν ήταν αυτά τα ίδια τα νησιά που οι αρχαίοι ονόμαζαν Εχινάδες, και για τα οποία αφηγούνταν οι ποιητές και έλεγαν ότι ορισμένες Νύμφες, ( σαν τιμωρία) βυθίστηκαν στη Θάλασσα, και μεταμορφώθηκαν σ' αυτά τα νησιά, αφού είχαν περιφρονησει προηγουμένως τον κοντινό Θεό Αχελώο: Τα νησιά αυτά αφιλόξενα υψίπεδα και χωρίς καμία ανθρώπινη κατοικία δεν έχουν για κανένα καμιά σημασία: εν τούτοις περιγράφονται σα γεγονότα, γύρω απ' εκείνα που επακολούθησαν, για να μην μετριαστούν σε σημασία, αργότερα, κατ' αυτήν την πλέον μνημειακή μέρα του ναυτικού σ' αυτή τη φημισμένη, για όλες τις μελλοντικές γενιές, χρονική στιγμή. Εις αυτή συνεπώς τη θέση ερχόμενη η αρμάδα μας, όπως είπαμε, στις επτά κατά τα μέσα του Οκτώβρη, ημέρα εξαιρετικά διάσημη στους Χριστιανούς αφιερωμένη στη μνήμη της παρθένου, μάρτυρος Giustina, και η οποία αποδείχτηκε πολύ καλή μέρα. Ο ήλιος, πάνω από τη γη, είχε καθαρίσει όλα τα σύννεφα του ουρανού, και είχε φέρει μια ολοκάθαρη ημέρα, είχε ηρεμίσει τους ανέμους, οι οποίοι λίγο πριν ήταν ταραγμένοι, ενώ τώρα η θάλασσα παρέμενε χωρίς κύματα μέσα σε μια ήσυχη μπουνάτσα. Ο Τζιοβάνι της Γκαρντόνας, ο οποίος μάλιστα ηγούνταν της εμπροσθοφυλακής με οκτώ γαλέρες, πέρασε από πάνω από τα βράχια της Οξειάς και πήγε στον Πεταλά ακολουθούμενος από ολόκληρη την αρμάδα για να σταματήσουν όλοι μαζί σ’ αυτό το χώρο, λόγω της ευκολίας ελλιμενισμού, και των νερών του ποταμού Αχελώου, εμψυχωμένοι, και έχοντας ήδη καμωμένα περίπου οκτώ μίλια πιο κοντά προς το κάστρο, ( μικρό Δαρδανέλι- Αντίριο), το οποίο ήταν τοποθετημένο στο στόμιο του Κόλπου της Ναυπάκτου, Lepando, και αφού είχαν επίσης αποστείλει προς τα εκεί μερικούς πολεμικούς επικεφαλείς προς αναγνώριση: Έτσι για το συμφέρον όλων οι αποσταλμένοι σ' αυτό το ταξίδι, αφού βγήκαν έξω από τα βράχια του Κουτσλάρη, (πάνω απ' την άκρη του ψαρότοπου, τον ονομαζόμενο απ' τους Έλληνες Μεσολόγγι,) η βασιλική γαλέρα του Ντον Τζιοβάνι ήταν αυτή που ανακάλυψε την Αρμάδα των εχθρών, να βρίσκεται περίπου στα δώδεκα μίλια μακριά, πράγμα το οποίο, εάν ήταν με σηκωμένα πανιά θα ήταν μακρύτερα, και δεν θα 'χαν ανακαλυφθεί από την εμπροσθοφυλακή….

Σχολιασμός των Ντοκουμέντων
Από την υποσημείωση του Κ Σάθα στη σελίδα 318 του βιβλίου του «Τουρκοκρατούμενη Ελλάς 1453 – 1821» προκύπτει σαφής η αντίρρηση του, ως προς την θέση του Σπυρίδωνος Τρικούπη: ότι το Μεσολόγγι ιστορικά αναφέρεται δια πρώτη φορά μετά τις 10/22 Αυγούστου 1684 και μάλιστα μετά την Άλωση της Λευκάδας από τους Ενετούς. Ο Κ. Σάθας˙ αντιπαραθέτοντας την ιστορική μαρτυρία του ενετού ιστορικού Paolo Paruta από το δημοσιευθέν βιβλίο του τελευταίου, μετά το θάνατο του, το 1599, Storia della Guerra Di Cipro στο οποίο στη σελίδα 288 περιγράφεται ο γεωγραφικός προσδιορισμός του Μεσολογγίου και επιπλέον αναφέρεται με ιστορική ακρίβεια και στα γεγονότα της Battaglia di Lepanto˙ γυρίζει την ιστορία του Μεσολογγιού ένα αιώνα πίσω, δημιουργώντας σ’ εμένα την απορία για το τι είδους αναπάντεχη παρθενογένεση ανθρώπων ήταν αυτή που τους διάνθησε στα ξαφνικά να ζήσουν, έστω και τον 15ο αιώνα, στην τόσο εύφορη περιοχή μεταξύ των δύο Δέλτα των σπουδαίων ποταμών Αχελώου και Ευήνου! Μπας και είχαν ξαφνικά διακτινιστεί εκεί απ’ τον Άρη! Μπας κι ήταν πειρατές Λομβαρδοί, ήτανε Τούρκοι, ή μήπως, όπως ο Paolo Paruta ονομάζει την περιοχή τους Αλβανία, ήταν Αλβανοί! Και οι Έλληνες! Όπως θα ‘λεγε και ο Σεφέρης, που έδωσαν το όνομα Μεσολόγγι, που κανονικά διαχρονικά, κυρίως ιστορικά έπρεπε να υπάρχουν εκεί, από αιώνες, μήπως αντιθέτως αυτοί διακτινίστηκαν, για ποιούς αιώνες; στο διάστημα!
Πέραν των ανωτέρω και πριν αναφερθώ σ' αυτά καθεαυτά τα ανωτέρω αναφερόμενα γεγονότα σαν απλός Μεσολογγίτης ακροθιγώς θα ‘θελα να παραθέσω κάποιες εύλογες απορίες μου και θέσεις.
1ον: Από ανέκαθεν τα γεγονότα της Εξόδου του Μεσολογγίου, σαφώς συγκλονιστικά, σαν ιστορικά επώνυμες, καθοριστικές τοπικά, αλλά και πανανθρώπινες μεγάλες στιγμές του αγώνα των ανθρώπων για Ελευθερία, επισκίασαν και δεν κατεύθυναν προς το φως της μελέτης και της γνώσης την διαχρονικότητα των ανά τους αιώνες, και γενικότερα μετά την άλωση του Βυζαντίου, αγώνων των σκλαβωμένων Ελλήνων, ιδιαιτέρως και με όρους τοπικούς, των αγώνων των σκλαβωμένων Μεσολογγιτών και των γύρω απ’ αυτούς συντοπιτών τους Αιτωλικού, Γαλατά κ.α. Μήπως ήρθε η ώρα τώρα να ασχοληθούμε λίγο και μ’ αυτούς.
2ον: Αν εξαιρέσουμε την ιστορική γνώση των γεγονότων της Εξόδου του Μεσολογγίου, οι ακροθιγείς ιστορικές θέσεις για το ίδιο το Μεσολόγγι από την γέννησή του μέχρι σήμερα, φτωχές και παραπλανητικές σε ορισμένες περιπτώσεις, μη φθάνοντας, (εάν βέβαια υπάρχουν και προσωπικά ελπίζω ότι αν και άψαχτες υπάρχουν,) στο λαό του Μεσολογγιού, αλλά και γενικότερα στους Νεοέλληνες, αντί να τους εμψυχώνουν και να τους οδηγούν σε νέους δρόμους ανέλιξης και προόδου, (όμοιους μ’ αυτούς των προγόνων τους), μέσα από μια πάγια μνημοσυνοποιημένη κουραστική πλέον τελετουργία ενός κατορθώματος, που ενώ για την δεδομένη ιστορική χρονική στιγμή υπήρξε μέγιστο, εν τούτοις για τη συνολική ιστορική μνήμη των συμπατριωτών μου, χωρίς καθόλου να θέλω να το υποβαθμίσω, τους κάνει αυτάρεσκους και δεν τους οδηγεί στο δρόμο προς τα εμπρός, που οι πρόγονοί τους με αγώνες αιώνων, απ’ ότι ποιητικά φαντάζομαι, και πριν την Έξοδο είχαν βάλλει ως στόχο ζωής.
Μετά κι απ’ αυτά, εδώ πράγματι γεννιέται ένα πρόβλημα, δηλαδή το πότε και που στην ευρύτερη περιοχή της Αιτωλίας και μάλιστα στην οικονομική εύφορη ζώνη μεταξύ των δύο ποταμών Εύηνου και Αχελώου δημιουργήθηκαν οικισμοί, χωριά, πόλεις και τέλος ποίοι ήταν οι άνθρωποι που κατοικούσαν εκεί και ποιες, γιατί όχι, οι δραστηριότητες τους κι από πότε.
Έστω κι αν λέει την Αιτωλοακαρνανία και την Ήπειρο Αλβανία, σαφώς λόγω ενετικών σκοπιμοτήτων, κλείνοντας τα μάτια μου και ανασκαλεύοντας στην μνήμη μου τις περίφημες πληροφορίες, απ’ την ιστορική διήγηση του Paruta, ονειρικά ξαναζώ πριν 500 χρόνια στην ίδια περιοχή˙ που μέσα της χωράει ο Πεταλάς, η Οξειά και οι βράχοι της, ως και οι βράχοι απέναντι της χερσονήσου του Κου(ρ)τσλάρη- σήμερα, από τους ψαράδες ή ίσως κι απ’ ανέκαθεν, το (ρ) ίσα που ακούγεται και είναι πράγματι ελληνική παραφθορά, ή πρόθεση, ή αντιδάνειο ενετικό όπως και το επόμενο το τσ αντί του z στο Curzolari; ( να σημειωθεί ότι η λέξη curzolari στο Βενετσιάνικο Dizionario, δεν αναφέρεται πουθενά αλλού, παρά στην ανάλυση της λέξης Giustina και μάλιστα συνδυαζόμενη με την Battaglia di Lepanto, για την οποία σημειώνουν ότι : άλλοι την ονομάζουν έτσι και άλλοι Vittoria delle Curzolari. Τέλος με το πριάρι μου της φαντασίας, απ’ την Οξειά κι από τις νύμφες του Αχελώου, που περιφρονημένες μεταμορφώθηκαν απ’ τον Θεό στις οξυκόρυφες βραχονησίδες των Εχινάδων, πλέοντας μες στο χρόνο περνάω απ’ τις ακτές του Ασπροποτάμου, από τον Προκοπάνιστο και βλέπω μες στα μάτια μου τους ποταμούς του αίματος και τα ναυάγια της Ναυμαχίας. Στο χιλιαπλάσιο τις οιμωγές ακούω των σφαγιασμένων ναυτικών, ( επί ματαίω βέβαια, μια και ο τότε βασιλιάς ο Φίλιππος της Ισπανίας, πίστευε μονάχα στο εμπόριο, και στο εξ’ αυτού και μοναχά γι’ αυτό, το περιβόητο Montus Vivendi της αθλιότητας και της σκλαβιάς). Στο Βασιλάδι, λίγο πιο πίσω μου αγναντεύω λόγγους γλαυκούς τα μοσχομύριστα τα αρμυρίκια πάνω στο επίπεδο νησί του Αί Σωστιού και μέσα απ’ τα τσαρδάκια ακούω μες στ’ αυτιά μου τις αγαθιάρικες φωνές των σκάπουλων του ιβαριού να λένε ιστορίες, ενώ πέρα μακριά προς την Ανατολή, απ΄ τις εστίες βλέπω τον αναθρώσκοντα καπνό να κρέμεται και ν’ αχνοτρέμει εμπρός απ’ το γαλάζιο το κορμί της όμορφης Βαράσοβας, πάνω απ’ τον Γαλατά! Μπας και στ’ αλήθεια ο Paruta δεν ήταν μόνο ιστορικός! Μπας και στ’ αλήθεια ο Paruta μάγος της αναγέννησης δεν πλάνεψε κι εμέ διχάζοντας με για να ζω και τότε μα και τώρα εξόριστος κατάδικος σ’ εκείνο τον παράδεισο που είναι ελεύθερη η γνώση! Ιστορικοί δουλέψτε, βιαστείτε, μόνο η γνώση σώζει τους λαούς και τους πηγαίνει παραπέρα. Τ’ άλλα φτωχά φαντάζουν φληναφήματα μουσειακά, που ο μόνος τους σκοπός, του χρήματος, δεν φθάνει να δώσει ούτε ελπίδα μα ούτε κι όνειρα αληθινά! Ιστορικοί δουλέψτε ετούτος είναι ο σκοπός σας. Ο Σάθας κι ο Paruta ακούραστοι εργάτες, σαν ανακάλυψης εμπροσθοφυλακή της άπλετης αλήθειας, από το παρελθόν ακούραστοι μας οδηγούν και σας και μας στο μέλλον.

Επίλογος


Η αιτία συγγραφής του άρθρου ήταν αφ’ ενός μεν μια παλιά διαφωνία˙ πράγματι από το 1869 περίπου, υπήρξε μια διαφωνία του ιστορικού Κ. Σάθα, ως προς την ιστορική θέση του Σπυρίδωνος Τρικούπη, συγκεκριμένα στο ότι: κατά τον δεύτερο, το Μεσολόγγι αναφέρεται για πρώτη φορά στην ιστορία μετά την άλωση της Λευκάδας από του Ενετούς και μάλιστα κατά την περίοδο 10/22 Αυγούστου 1684, ενώ κατά τον Κ. Σάθα το Μεσολόγγι αναφέρεται ιστορικά νωρίτερα από τον θάνατο του Βενετσιάνου ιστορικού Paolo Paruta το 1599, και μάλιστα μεταξύ 1571 και 1599, στα χρόνια δηλαδή που λογικά πρέπει να είχε συγγράψει το βιβλίο του, “Storia della Guerra Di Cipro”, μέσα στο οποίο και στη σελίδα 278 αναφέρεται το Μεσολόγγι˙ αφ’ ετέρου οι πολλές ανακρίβειες που γράφουν ή και διηγούνται διάφοροι, χωρίς ποτέ ωστόσο να ονομάζουν ή και να παραθέτουν τις πηγές των, και τα δύο μαζί τελικά με ανάγκασαν ανατρέχοντας στις πραγματικές πηγές του κ. Σάθα και P. Paruta, ως και σε τοπικές γνώσεις, μια και κατάγομαι από το Μεσολόγγι, να καταγράψω και να αποκαταστήσω, παραθέτοντας τα πρωτότυπα κείμενα, ακόμη και με ελεύθερη δική μου μετάφραση, την αλήθεια. Η αλήθεια, τουλάχιστον στο βαθμό που οι πηγές μου είναι αξιόπιστες, αναδεικνύει πράγματι ότι το Μεσολόγγι αναφέρεται ιστορικά από τον καιρό, τουλάχιστον, που διατείνεται ο Κ. Σάθας στηριζόμενος ορθώς στην έγγραφη αναφορά του Paolo Paruta.

ΥΓ. Προσωπικά με το παρόν άρθρο μου δηλώνω, ότι δούλεψα σε αυτονόητες αλήθειες που διετύπωσαν δύο μεγάλοι του παρελθόντος Ιστορικοί, ο κ. Σάθας και ο Paolo Paruta, και δεν επιζητώ ουδένα όφελος εξ' αυτού. Εάν στην προσπάθεια μου, να ανασύρω τις μη γνωστές στο ευρύ κοινό απόψεις των προαναφερομένων Ιστορικών, υπέπεσα σε λάθη θα χαρώ επιστήμονες Ιστορικοί να με διορθώσουν και οπωσδήποτε να με συμπληρώσουν. Σε καμία περίπτωση δεν θα 'θελα η δουλειά μου να φέρει εμπόδια ή να βλάψει τη Γνώση. Αντιθέτως η επιδιωξή μου στο αντίθετο αποβλέπει.

Τα τελευταία κείμενα είναι του Άγγελου Κότσαρη

Sunday, February 15, 2009

Η σκόνη του Χρόνου

Μέσα στην αγκαλιά της Καραϊνδρου
Κάτω απ’ τις τεράστιες πατούσες του Μπάχ
Κι ανάμεσα απ’ τον Μπετόβεν και τον Βάγκνερ
Μια συνεχής κρίση της ανθρώπινης περιπέτειας

Η τέταρτη ημιτελής φτερούγα της Τέχνης.

Το κείμενο είναι του Άγγελου Κότσαρη.


Ο μίτος της αιμάτινης ανάγκης για ανθρώπινη ανέλιξη, στη δεύτερη ενότητα της ημιτελούς τριλογίας του Θόδωρου Αγγελόπουλου, ως ήταν φυσικό στην σκόνη του χρόνου, έπρεπε να ξαναμαζευτεί από το τεράστιο αρσενικό είδωλο, του Πατέρα Κρόνου ή και του Οιδίποδα, του λιβαδιού που δακρύζει, με την μορφή του γηραλέου έξοχου ερμηνευτή Μισέλ Πικολί. Η ύβρις αέναη και πανάρχαια.
Η Γήινη γυναίκα, ( Η Ελένη), το τραγικό εφεύρημα του προπατορικού αμαρτήματος της προαιώνιας ανδροκρατούμενης κοινωνίας, κρατάει στα χέρια της την άκρη του νήματος και ο Σπύρος αναλαμβάνει ανδροπρεπώς να φέρει εις πέρας και το ταξίδι και την επιστροφή˙ και ακόμη το πιο δυσκολότερο, την συνέχεια στον χρόνο. Μνήμες παράφορα φορτωμένες διχαστικά με ελπίδα κι απελπισία, με λάθη και αγώνα να ξεπεραστούν, με άφεση και εγκαρτέρηση, αλλά και με συνεχή αμφισβήτηση και αμφιβολία και τελικά με πικρόγλυκη αποδοχή της Τραγικής ειρωνείας. Ποιο το κουράγιο του Σίσυφου την ώρα που ξανά απ’ την αρχή πρέπει ν’ αρχίσει τον αγώνα ν’ ανεβάσει τον βράχο στην κορυφή!
Σαν παλιάτσος, ο καλλιτέχνης, της κομέντια ντελ’ άρτε, χαμένος στην αχανή αίθουσα του παλκοσένικου της αίθουσας Τριάντη, ανεβάζει το βλέμμα διστακτικό σιγά, σιγά προς τα πάνω και θολά ατενίζει, στο φωτισμένο χάος απέναντι του, το άλλο ενδιάμεσο προσωποποιημένο είδωλό της τραγικά ενδεδυμένης, με το ψευδομανδύα της ανθρώπινης προόδου, εξουσίας και γελοία ψελλίζει νευρόσπαστα « κι όμως, κε πρόεδρε, δεν χάνονται όλα!»
Ποιόν απ’ τους δύο να οικτίρεις, όταν σε άπειρη απόσταση πίσω απ’ αυτούς στέκεται η ειμαρμένη! Πόσους ανθρώπους να οικτίρεις, όταν το θαύμα του ξεστρατισμένου σοσιαλισμού, του ανήθικου, διεφθαρμένου πατερναλιστικού καπιταλισμού χθες, σήμερα, αύριο, σκότωσε, σκοτώνει και θα σκοτώνει εκατομμύρια ανθρώπους, τον ίδιο τον Σίσυφο. Από εδώ ο αισιόδοξος Μπετόβεν, στο μέσον ο καλλιτέχνης και από εκεί ο αμφισβητίας Βάγκνερ˙ και πίσω στο αχανές αναποτελεσματικός ο αέναα στιβαρός και αινιγματικός Μπαχ˙ και σ’ όλα και παντού ανάμεσα τους η σκόνη του Χρόνου στο συνειδητά τρυφερό, εύκολο αγκάλιασμα της από τις μαγικές νότες της Καραϊνδρου.
Η σκόνη του χρόνου˙ που απεγνωσμένα και ουτοπικά ο καλλιτέχνης δημιουργός προσπαθεί, ελπίζοντας πάντα να την βλέπει σαν γκρίζα πάχνη απλωμένη στα συναισθήματα, στην πολιτική, στην απαξία του κοινωνικού όντος και στην προσπάθεια του κάποτε να εξιλεωθεί μέσα απ’ τη διαδικασία της κάθαρσης˙ μπορεί και να είναι όντως σκόνη γι’ αυτόν, το ίδιο όμως το μέγεθος της παραφοράς του, ως και η εξουθενωτική ανάλωση του να καταλάβει, δεν αφήνει περιθώρια και στον πιο απλό θεατή που τον παρακολουθεί να μην καταλάβει ότι τις μνήμες του, την ίδια του τη φιλοσοφία, στο πέρασμα του χρόνου, δεν τις σκεπάζουν οι πατιναρισμένες προσωπικές του αγωνίες, αλλά η πανανθρώπινη αγωνία του χθες, του σήμερα και κυρίως του αύριο.
Μετά το τέλος της Ελένης, τι άλλο άραγε απομένει στον βαθυστοχαστο τον καλλιτέχνη από το εκκλησιαστικό όργανο και τη βεβαίωση του ειδικού, ότι «στο τέλος, τέλος κάτι μένει». Κοιτώντας τον κόσμο με τα μάτια του Αγγελόπουλου, πόσες οι ψευδαισθήσεις, για να περνά κι αυτό σαν τάχατες αληθινό! Έτσι κι αλλιώς οι άνθρωποι μένουν και όχι τα συστήματα..
Το τέλος της σκόνης του χρόνου, παρ’ όλο ότι ξεκινά από ψηλά, κι όσο τρυφερό και να φαίνεται στο στιγμιαίο πέταμα του, και πάλι προσγειωμένο επάνω στην ίδια πανάρχαια γη, κινούμενο αέναα ελίσσεται μέσα στο χάος φορτωμένο με τις παλιές προδιαγραφές των γήινων μορφών και των ανθρώπινων παθών τους. Σαν μια αιώνια κατάρα, της ίδιας τους της μνήμης!
Η σκόνη του χρόνου λιγότερο κοπιώδης στην αφηγηματική ανάγνωση της σε σχέση με το λιβάδι που δακρύζει. Πιο λιτή στα εικαστικά πλάνα της διευκολύνει την στιβαρότητα του δομημένου μύθου με αληθινή αγωνία. Υπέροχη η φωτογραφία του Ανδρέα Σινάνου.
Οι ηθοποιοί πιστοί στις ιδέες του καλλιτέχνη, με τον αισθαντικό Σπύρο, την δυναμική Ελένη, τον ανθρώπινο Γιάκομπ, τον εγγενώς προβληματισμένο γιό του Σπύρου και της Ελένης και την γυναίκα του, στην ιδιαιτέρως τόσο ανεπαίσθητα αισθαντική στιγμή του τελευταίου τους αποχαιρετισμού στο δρόμο.
Ταινία δύσκολη, όπως οι περισσότερες μετά την αναπαράσταση, του Αγγελόπουλου, που όμως, παρ’ όλες τις επιπόλαιες και εμπαθείς πολιτικά ματιές των ορκωτών κριτών του Kινηματογράφου, σε καμία περίπτωση, δεν είναι δυνατόν να αμαυρώσουν ούτε το μέγεθος του έλληνα καλλιτέχνη, ούτε την αληθινή φύση του πνεύματος του πρωτεργάτη διανοούμενου της ελληνικής αριστεράς στον Κινηματογράφο.
Αυτός που αναφέρει συνεχώς το όνομα του Θεού, έλεγε ο Σάρτρ δεν μπορεί να είναι άθεος. Οι πραγματικοί άθεοι δεν αναφέρονται ποτέ στο θεό. Μην ανησυχούν οι σύντροφοι του Κ.Κ.Ε, και κυρίως μην ανησυχούν όποιοι άλλοι αμφισβιτίες της καλοθέλητης δεξιάς, η ψυχή του Αγγελόπουλου ήταν και θα μείνει κόκκινη. Οι προτομές του Στάλιν στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας δεν αλλοιώνουν στη μνήμη κανενός έτσι κι αλλιώς την εικόνα στην παρέλαση, μπροστά απ' το Κρεμλίνο, του Πατερούλη των λαών. Άλλο η πίκρα κι άλλο η Ιστορία. Άνθρωποι είμαστε και δικαίωμα όλων μας να είμαστε και πικραμένοι... και πικραμένοι να μην παύουμε να αγωνιζόμαστε! Η πίκρα είναι η ψυχή της Ποίησης και της Επανάστασης.

Thursday, January 8, 2009

Φαλαρίδα


Το κείμενο είναι γραμμένο από τον Άγγ. Κότσαρη
Παρατσούκλια
Στο Μεσολόγγι, κυρίως παλιότερα, πολλοί Μεσολογγίτες ήταν ευρύτερα γνωστοί με τα παρατσούκλια τους ή τα παραγκώμια τους. Πολλές φορές τα παρατσούκλια, δίνονταν ανεξαρτήτως οικονομικής, πνευματικής και κοινωνικής καταστάσεως των παραγκωμιασμένων ατόμων. Έφθαναν μάλιστα τα παρατσούκλια να υποκαθιστούν συχνά τα πραγματικά επίθετα των Μεσολογγιτών, σε βαθμό μάλιστα, που αν δεν ήξερες το παρατσούκλι τους, να καθίσταται δύσκολο να τους βρεις. Εκείνο τον καιρό μάλιστα τα πράγματα γίνονταν ακόμη δυσκολότερα, δεδομένης και της ανυπαρξίας τότε του δελτίου ταυτότητας. Πάντως γενικότερα, ακόμη και στην περίπτωση υπάρξεως μερικών δελτίων ταυτότητας, κι αυτά εκ των πραγμάτων έβγαιναν στην αχρηστία, καταχωνιασμένα στα ντουλάπια των σπιτιών τους ως μη απαραίτητα, μια και οι περισσότεροι των πολιτών παλιότερα δεν είχαν δοσοληψίες πολλές με το δημόσιο ή και άλλους οργανισμούς από τους οποίους θα τους ζητιόνταν τα δελτία ταυτότητας, ως αποδεικτικά της ταυτοπροσωπία τους. Έτσι στο τέλος με το πολύ πες, πες, επί καθημερινής βάσεως, τα παραγκώμια συνηθίζονταν από τους μεταβαπτισμένους και πολλά επίθετα κατέληγαν να υποσκιάζονται και να υποβαθμίζονται σε τέτοιο βαθμό από τα παραγκώμια, που μετά πάροδο μιας δυο γενιών συχνά τα παρατσούκλια έφθαναν όχι μόνο να υποκαθιστούν τα επίθετα των μετέπειτα γενιών, αλλά και να αποτελούν αυτά και τα επίσημα επίθετα των. Παράδειγμα τέτοιου περίπου παραγκωμιού είναι και το Πιέρος, που μόνο σήμερα ύστερα από 60 χρόνια έμαθα από συγγενή της οικογένειας, ότι στην πραγματικότητα δεν ήταν το πραγματικό επίθετο της οικογένειας, αλλά το παρατσούκλι. Το ίδιο ακριβώς, αν και προσωπικά το γνώριζα από πολύ νωρίτερα εν σχέσει με το προηγούμενο, ήταν και το παρατσούκλι Κατσαντώνας.Τα παραγκώμια ως επί το πλείστον στο Μεσολόγγι δημιουργούνταν κυρίως με σκωπτική διάθεση αλλά και με ξενοφοβική, ή και λοιδορητική τέτοια για την εμφάνιση, το χαρακτήρα και γενικότερα τις ιδιαιτερότητες και τα λεγόμενα ακόμη του βαπτιζόμενου. Πολλές φορές αυτό συνέβαινε με τη έγκριτη αποδοχή ή και την καρτερική διάθεση του μετονομασμένου ατόμου, άλλες πάλι φορές κάτι τέτοιο συνέβαινε εν αγνοία του, μα οπωσδήποτε στις περισσότερες περιπτώσεις εν γνώσει του, αλλά και με εμφανή τη δυσαρέσκεια του γι’ αυτό. Για παράδειγμα το επίθετο Γιωτόπουλος, τουλάχιστον σ’ ένα, από τα μέλη της μεγάλης οικογένειας των Γιωτοπουλέων, είχε υποκατασταθεί σχεδόν πίσω απ’ την πλάτη του συγκεκριμένου ατόμου από το παρατσούκλι Φαλαρίδας
(Πουλί με σκούρο γκριζόμαυρο χρώμα, με γυμνό λευκό μέτωπο και χαρακτηριστικά μεγάλα πόδια, που ζει σχεδόν μονίμως στο υγροβιότοπο της λιμνοθάλασσας Μεσολογγίου Αιτωλικού και που στα προπολεμικά χρόνια κι αμέσως μετά τον πόλεμο του 40 αποτελούσε έδεσμα για τις φτωχές οικογένειες, παρ’ όλο ότι το κρέας του μύριζε έντονα ψαρίλας.) Πολλές φορές τα παραγκώμια ήταν αδύνατον να αποκωδικοποιηθούν ως προς το νοηματικό περιεχόμενο της προέλευσής τους και μάλιστα προς διπλό καημό του μεταβαπτισμένου παρέμειναν έτσι ανεξήγητα, δίχως κανένας να γνωρίζει τα αίτια προέλευσής των και συνεπώς και την έστω (λογική) τους αναγκαιότητα, όπως π.χ. σε παραγκώμια σαν τα: Ντουκτσουνάκ Καρλομίκ κ.α. Άλλα επίσης παραδείγματα παραγκωμιών, είχαν προέλευση από το επάγγελμα, του ή της μετονομαζόμενης, όπως Καρεκλού, Καρεκλάς, ή Παπλωματάς, Ζαλώναινα (πιθανόν απ' τη ζαλιά και το ζαλώνομαι). Πολλές φορές επίσης τα παρατσούκλια είχαν να κάνουν με τον τόπο καταγωγής μιας οικογένειας: όπως π.χ. σε ένα κλάδο των Παπατσοπουλέων που την συγκεκριμένη αυτή οικογένεια την ονόμαζαν Λευκαδίτη λόγω του τόπου καταγωγής της ή το ίδιο στην οικογένεια Καλάκη, που κάποιους της οικογένειας τους ονόμαζαν Πρεβεζάνους, όπως επίσης σε κάποιο φίλο που υπήρξε μετανάστης στην Γερμανία και που του είχαν δόσει το όνομα Γερμανός, ενώ Αβυσσινός, μάλλον γιατί ήταν πολύ μελαψός κι όχι γιατί κατάγοταν από την Αφρική, κ.λπ. Σκωπτικά παρατσούκλια όπως: Καρλάυτης, Μπεκιώνας, παίξ' τον ναι παιδί μου, Μαντολέτας, Σκατέας, Γλαρώνας, Παπάνας, Παπάρας, Λέλας, Μελαμέλιας, Τριτσαπήδουλας, Ζίζης, Σφέντζος, Ντόγκης, Καλαβρέζος, Λαψάνας, Τζώνης, (γιατί μασούσε τσίχλα,) Ραπανάκιας, (μάλλον χαζός απ' το ρεπάνι, όπως θα λέγαμε βλιτάκιας,) Κάραλης, Ντορνόβας, Παγούρας, Διδάντες, Ταταρούνα,( νουνός της υπήρξε, ο Μιχάλης ο Καλάκης,) θερμή γυναίκα αλλά συγχρόνως και άκομψα δυναμική, που ούτε και Τάταρος ακόμη, αν αυτή δεν τον έκανε κέφι, ποτέ και για τίποτα δεν την εμπιστεύονταν, ιδιαίτερα ερωτικά. Δάγκωνε!... Τέτοια παρατσούκλια με περισσότερη ή και λιγότερη διασκεδαστική διάθεση δίνονταν, (αν και σκληρά κάποιες φορές, ιδιαίτερα από παιδιά,) σε άτομα για τις ειδικές των μετονομαζόμενων συμπεριφορές, κυρίως όμως για τις μειονεκτικές ή και τις γλαφυρές ιδιαιτερότητες του χαρακτήρα τους, όπως Χωβιός γι’ αυτόν που μάλλον απέφευγε εύκολα κρυβόμενος τις ευθύνες, ή Παντιέρας γι’ αυτόν που ανέμιζε πολιτικά ανάλογα με την κατεύθυνση του αέρα, Γαϊδαρος λόγω μάλλον του δύστροπου χαρακτήρα του. Σωματικές ιδιαιτερότητες διατροφικές συνήθειες επίσης ή ακόμη και ενδυματολογικές ιδιαιτερότητες αναλόγως στοχοποιούνταν σαν λοιδορία, όπως αυτός που είχε μεγάλα αυτιά που τον παραγκώμιαζαν Κούνελο, Αυτιά, ή γιά άλλα σωματικά όργανα ή και διάπλαση όπως, Ο Γιάννης ο π..τσας, ή Γκαμήλα ή και κατέβα να φάμε, για το μεγάλο ύψος της, Μουτρούσου επειδή ήταν συνήθως στριφνή κι έκανε μούτρα, Μούτρας αναλόγως, Γρατσούνου γιατί ήταν επικίνδυνα αυστηρή, Βυζού για τα ευτραφή και τροφαντά, τα γαλατοκαρπερά βυζιά της, (αν και σπανιότερα, παρατσούκλια έδιναν και στις γυναίκες,) Αραπάκιας, λόγω του ότι ήταν υπερβολικά μελαγχροινός, Ρούχνας γιατί ροχάλιζε μέχρι που έσπαγαν τζάμια, Μπαζίνας μάλλον γιατί του άρεσε πολύ η μπαζίνα, Λεβήθας γιατί έτρωγε σκόρδα που ήταν τον παλιότερο καιρό φάρμακο για τα ελμινθοφόρα παράσιτα τις λεβίθες, Μπομποτάς γιατί του άρεσε η μπομπότα, Μακαρουνού -Νηπιαγωγός- γιατί ονειρεύονταν συνεχώς τα μακαρόνια, Πατσάρας πιθανόν γιατί αναφέροταν συχνά στον πατσά, Μπαγόρδας πιθανόν γιατί έτρωγε πολύ και καλά, Λουκουμού: (Αντίθετα με την καλαίσθητη και αρχοντική στολή της παρακάτω κυρίας, που μάλιστα κατά την έμπνευση της ζωγράφου η κυρία αυτή τυχαίνει να είναι βοσκός, η ίδια η ζωγράφος πάντοτε ατημέλητη με μαύρη ρόμπα φθαρμένη και μαύρο φακιόλι στο κεφάλι, με μελαγχολικό βλέμμα και ευγενικό παρουσιαστικό, σαν φάντασμα, κυρίως τα πρωινά, εμφανιζόταν αραιά και που δίπλα απ' το σπίτι του Λιόρη, όπου μάλλον και κατοικούσε σ' ένα φτωχό χαμόσπιτο. Άγνωστη στους νέους Μεσολογγίτες η Μεσολογγίτισα αυτή υπήρξε σπουδαία ναϊφ ζωγράφος, που στην κατοχή για να ζήση πουλούσε για πενταροδεκάρες τα λάδια που έφτιαχνε,) προφανώς τις άρεσαν τα λουκούμια,
Λουκουμού, έμενε στο πλάϊ του Αγίου Σπυρίδωνα και πιθανόν, στα τελευταία της, την φρόντιζε ο Λιόρης. Αν και απαίδευτη αποδίδει την ανοιξιάτικη φύση του σάλτσινου με τέτοια ευαισθησία που με κάνει να δακρύζω. Ας είναι το χώμα που την σκεπάζει ελαφρύ και στον παράδεισο που θα 'ναι να βρίσκει άφθονα λουκούμια.
Πατσάρας πιθανόν γιατί αναφέροταν συχνά στον πατσά, Μπαγόρδας πιθανόν γιατί έτρωγε πολύ και καλά, Κόμης γιατί αν και ψαράς ντύνονταν αρχοντικά. Τίποτα δεν περίσευε στους νονούς των παρατσουκλιών και με ευφυή τρόπο πολλοί παλιοί ήταν οι βαπτιζόμενοι που έπερναν απ’ αυτούς αμέσως το δεύτερο όνομα τους. Το παλιό φαινόμενο αυτο των παραγκωμιών όπως φαίνεται, αν και σε μικρότερο ολοένα σήμερα ρυθμό, υπήρξε διαχρονικό και κατά πως φαίνεται δεν έχει τελειωμό όπως και καταγωγή, μια και υπήρξε και υπάρχει παντού και μάλλον και στο μέλλον θα συνεχιστεί, παρά την υποχρεωτική και εύκολη πλέον έκδοση του δελτίου ταυτότητας σ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας και την συχνή ταυτοποίηση του ατόμου μέσωτου δελτίου της ταυτότητας του. Οι Έλληνες ξέρουν να διασκεδάζουν από την αρχαιότητα παραγκωμιάζοντας με σκωπτική διάθεση τους συμπατριωτες τους αρκεί ο εαυτός τους και μόνο να βρίσκεται στο απυρόβλητο, κυρίως της απέλπιδος ανταγωνιστικής προσπάθειας του αντριλικιού, και να μην λοιδωρείται!

Ο αείμνηστος δικός μας Μεσολογγίτης Κάβουρας.
Παύλος Δελαπόρτας.
"ΟΛηξουριώτης Κεφαλλονίτης"
«Το ξέρω ότι, ιδιαίτερα εσείς οι ψαροπώλες, με φωνάζετε Κάβουρα! Δεν με πειράζει αυτό και να ξέρετε ότι δεν δαγκώνω. Βέβαια για τις παρανομίες σας στην ψαραγορά , αν πέσουν στην αντίληψή μου, να ‘στε σίγουροι ότι θα σας τσιμπήσω, και ξέρετε εσείς πως τσιμπάει άμα δεν δαγκώνει ένας κάβουρας!…..» Με το σπινθηροβόλο βλέμμα του, με το καβουράκι του ψηλά κάποιες φορές και το παλτό του ανοιχτό και τραβηγμένο προς τα πίσω, στις πλάτες, σαν να ‘ταν σακάκι μάγκα, ο Παύλος Δελαπόρτας υπήρξε Μάγκας Εισαγγελέας για κάμποσα χρόνια στο Μεσολόγγι, νομίζω μεταξύ του 54 και 58. Μ' ένα μόνιμο υπομειδίαμα βαδίζοντας κοντός και στρουμπουλός, όπως τον θυμάμαι, με το χαρακτηριστικό καβουρίσιο περπάτημα του στους δρόμους του παλιού Μεσολογγιού, μας έκανε όλους να θέλουμε να σταθούμε πίσω του, για να μπορεί αυτός, προφυλαγμένους εμάς από το άγνωστο του παραπέρα, να μας υπερασπίζεται απ’ όσα ακόμη παλιά ατέλειωτα και απειλητικά ακόμη τότε συσσωρευμένα και βραδυφλεγή τα διαισθανόμαστε να ‘χουν μπροστά μας συνέχεια, κι απ’ όσα άλλα καινούργια στα σίγουρα κακά επεξεργαζόμενα απ’ τον κακό μας τον καιρό κι από την μοίρα μας διαγράφονταν επίσης μπροστά μας. Άραγε τα παρατσούκλια δίδονται ποτέ με καλή διάθεση στους άλλους; Στην περίπτωση του αείμνηστου Παύλου Δελαπόρτα, αν και στο ανωτέρω ερώτημα γενικότερα η απάντηση είναι αποκαρδιωτικά αρνητική, εδώ όμως και όχι σαν απλή εξαίρεση αλλά σαν ανθρώπινη υπέρβαση, που στο παλιότερο Μεσολόγγι συναντιόνταν έστω και σπανίως, το παρατσούκλι του Παύλου Δελαπόρτα «κάβουρας» οι Μεσολογγίτες του το ‘δωσαν όχι σαν λοιδορία, αλλά σαν για να εξορκίσουν μέσα τους την γελοία δική τους αδυναμία να διαχωρίζουν σε μέγεθος το πραγματικά σοβαρό, από το επιπόλαιο αστείο της πρώτης εντύπωσης, που το ελλατωματικό μέτρο τους, τους έβαζε στο πειρασμό να κάνουν με το σουλούπι του, όταν τον έβλεπαν μπροστά τους εκείνο τον πραγματικά απίθανο Άνδρα. Πόσες φορές άνθρωποι κοντοί δεν ξεπέρασαν τα κοινωνικά ταμπού και δεν αναδείχτηκαν εκεί ψηλά στην Ιστορία που τους τοποθέτησε, όχι εκατοστό το εκατοστό ο πήχης των ανθρώπων, αλλά το ατελεύτητο μέγεθος του ανθρώπινου Νου τους! Ναι ο Παύλος Δελαπόρτας δεν παραγκωμιάστηκε στο Μεσολόγγι, κι αυτό το γνώριζε καλύτερα ο ίδιος! Ο «Κάβουρας» ήταν τίτλος τιμής που του απένειμε το Μεσολόγγι για να του δείξει, ότι τον θεωρεί δικό του και μάλιστα παράτολμα του προδικάζει με το παρατσούκλι αυτό εσαεί την μνήμη στον τόπο αυτό, που απ’ αυτούς τους ίδιους πιστεύεται βαθύτερα ότι είναι τόπος και του Παύλου Δελαπόρτα. Όλο το τελευταίο αυτό θεώρημά μου δεν έχει να κάνει με τις βαρύγδουπες αρλούμπες περί ελεύθερων ανθρώπων σε συγκεκριμένους τόπους και χρονικές στιγμές. Κάτι τέτοια τα θεωρώ ευτελή˙ και η ευτέλεια στη Μεσολογγίτικη αλλά και την ελληνική εν γένει θυμοσοφία ήταν και θα είναι αποκρουστικά και σουσουδίστικα χυδαία, έστω αν οι μαρμάρινες επιγραφές περισσεύουν για κάποιους στον τόπο μας. Απλά ο Παύλος Δελαπόρτας, στην συγκεκριμένη περίοδο που πέρασε από το Μεσολόγγι θεωρήθηκε από τους Μεσολογγίτες, ως ένα εν δυνάμει πορτραίτο σ' ένα ζωγραφιζόμενο καμβά, με τα παράφορα αντάρτικα χρώματα ενός παθιασμένου, και την συγκεκριμένη φυσιογνωμία ενός αγωνιζόμενου ανθρώπου, που μέσα από τις ανθρώπινες αδυναμίες του τελικά και τη βασανισμένη του παιδεία προδικάζεται στο τέλος να λάμψει στον πίνακα με τη μορφή του αληθινού και κυρίως του Δίκαιου Ανθρώπου. Η αναφορά μου στον Παύλο Δελαπόρτα δεν είναι τυχαία. Ήμουνα περίπου 16 ετών τρυπωμένος κρυφά στη αίθουσα του δικαστηρίου, που βρίσκονταν στο σημερινό Αστυνομικό τμήμα του Μεσολογγίου, όταν άκουσα εκείνα τα συγκλονιστικά και προφητικά λόγια, εν μέσω αντιλήψεων μεσαίωνος ακόμη, με την βροντερή του αγωνιστή Εισαγγελέα φωνή, σε Ντοστογιεφστική παραφορά Δικαιοσύνης και ανθρωπιάς να διακηρύσσει ότι: « Ποτέ η ΗΘΙΚΗ δεν μπορεί να τοποθετείται ανάμεσα από τα σκέλια μιας οποιασδήποτε γυναίκας!» Δεν ήταν καθόλου ελεύθερος εκείνη τη στιγμή ο Παύλος Δελαπόρτας. Απλά το πνεύμα του αγωνίζονταν με τους διαόλους της κοινωνικής ανδροκρατούμενης αντίληψης, για το ότι η αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής, -στην συγκεκριμένη περίπτωση η δολοφονία μιας γυναίκας που είχε βιαστεί από ένα κτήνος, και επιπλέον αμέσως μετά είχε σκοτωθεί από τα αδέλφια της,- δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να δικαιολογείται για λόγους ηθικούς που ακουμπούν αυτάρεσκα, αισχρά και βδελυρά ανάμεσα στα ματωμένα σκέλια μιας παντελώς και κατάφορα διεστραμμένης αντίληψης για ανθρώπινη δικαιοσύνη. Λόγους ταπεινούς, που κλείνοντας η κοινωνία μ' αυτούς καταχρηστικά την αυλαία, σαν τελική επιβράβευση απόδοσης του δικαίου, είχε τη μόνη ηθική απαξία να διαπράττει για δεύτερη φορά ένα ακόμη πιο αποτρόπαιο έγκλημα στην υπόθεση του πανανθρώπινο ονείρου της για την πραγματική Δικαιοσύνη ! "Λόγους ηθικούς" τους οποίους έτσι τουλάχιστον τους πίστευε βολεμένη κι έτσι γι’ αυτούς κοβόνταν ακόμη μέχρι τότε η υπάρχουσα από παλιά απανθρωπιά εκείνων των καιρών κι εκείνων των ανθρώπων της κοινωνίας μας˙ και που γι’ αυτούς επίσης και πάλι, αυτή η ίδια η κοινωνία, μ' αυτές τις κίβδηλές της αιτιάσεις, ανακυκλόνωντας τες το ίδιο προσπαθούσε συνέχεια από παλιά και να νομιμοποιεί και να περνάει και να συντηρεί το επί αιώνες συντελούμενο άδικο έγκλημα της!

Αυτός ήταν τότε ο αγαθός πατέρας δύο πανέμορφων παιδιών, ο τρυφερός ο σύζυγος μίας καλής γυναίκας, και κυρίως ο ανδρείος της Δικαιοσύνης συμπολίτης μας. Έκτοτε και μέχρι σήμερα, για το τεράστιο έργο του στο Δίκαιο, έγινε γνωστός στο Πανελλήνιο ως, "Ο αγωνιστής της Δημοκρατίας Παύλος Δελαπόρτας," ποτέ όμως, ως ο δικός μας Κάβουρας!

Monday, December 22, 2008

Καλά Χριστούγεννα
Αυτές τις μέρες ας σκεπτόμαστε κι ας βοηθήσουμε όλοι με τα περισσεύματα της καρδιάς μας τη φτώχεια τόσων συνανθρώπων μας που πεινάνε και ιδιαίτερα ας συναισθανόμαστε την θλίψη των παιδιών που εφέτος θα στερηθούν και τα απολύτως απαραίτητα. Ας σκεφτόμαστε, την ανασφάλεια των εργαζομένων, την απόγνωση των άνεργων, των μεταναστών, το μέλλον των νέων γενιών που ο πυώδης καπιταλισμός το προδικάζει αιματηρά δυσοίωνο. Εφέτος ιδιαίτερα τα Χριστούγεννα δεν φέρνουν χαρά, αντίθετα αν θέλουμε να αντισταθούμε έφθασε η ώρα της ειλικρινούς περισυλλογής μας. Τα Φετινά Χριστούγεννα σαμποτάρετε τα πανάκριβα show των καναλιών. Έχω την εντύπωση ότι η πλαστική και χρυσοποίκιλτη χαρά τους δεν ταιριάζει στη ράτσα μας, ιδιαίτερα όταν την ράτσα μας την έχουν τόσο στριμώξει οι πολιτικές του συστήματος των διαφθαρμένων, των αλαζόνων φιλοτομαριστών και των άπληστων ηλίθιων.
ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΠΑΤΡΙΩΤΕΣ

Thursday, July 3, 2008

Μεσολόγγι πριν το Πόλεμο

ΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΝΥΧΤΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ Ή ΚΑΠΕΤΑΝ ΔΕΝ ΠΑΩ



ΑΠΟ ΤΗΝ 2Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤ’ ΑΡΧΟΝΤΙΚΟ ΤΟΥ ΚΡΟΝΟΥ

Τότε, γυρίζοντας διαρκώς ολόγυρα τ’ Αρχοντικό, σαν τα σκεφτόμουν όλα αυτά, νόμιζα ότι ο εχθρός, o εχθρός μας ήτανε μόνο το κακό. Έτσι ηρωικά, μια κι ήμουν αφελής, ένοιωθα μέσα μου να συμμαχούν μια δύναμη και μια αγανάκτηση, απ’ την άλλη. Και να σφυρηλατούν ένοιωθα πάλι οι ίδιες, μαζί ανταμωμένες, όλο το μίσος κι όλο το πάλεμα της δόλιας ύπαρξής μας, σε όπλο ακαταμάχητο στον πόλεμό μας - λες κι ήταν απαραίτητος! - ενάντια στο κακό. Μάταιο πάλεμα βεβαίως κόντρα στου πόνου την αδιάκοπη ροή.
Έτσι την εποχή εκείνη με τέτοια όπλα ανόητα και με την δημιουργούμενη, μέσα στο χρόνο, εμμονή ήλπιζα πως ίσως κάπου κάποτε σπάζοντας φράγματα και δισταγμούς κι αδυναμίας μας αναστολές θα φτάναμε πέτρα την πέτρα κτίζοντας διαρκώς με όρθια κάστρα απόρθητα μπροστά μας τουλάχιστον ν’ αμυνθούμε.
Λογάριαζα κουτά˙ τι κι αν το πίστευα δειλός, πώς ήταν δυνατόν στ’ αλήθεια κι από εξαίρεση, μοναδικός, απ’ το αέναο κακό εγώ να’ χα γλιτώσει! Δίχως να το εννοώ, κι έμοιαζα κι ήμουν τότε τυχερός, σχεδόν παραμυθένιος, τίποτα περισσότερο από τους άλλους όλους τους συντοπίτες μου. Τι ευτυχία η νιότη, γνωρίζοντας το μάταιο, να συνεχίζεις να ελπίζεις!.
Μα κι όλη αυτή η παροδική, της αλαφράδας μου της τόσης, η ψευδαίσθηση, στ’ αλήθεια ευτυχώς διαρκούσε μόνο λίγο. Γιατί, πάντοτε ανήσυχος κι εν τέλει μέσα και σ’ άλλες ψευδαισθήσεις, το ίδιο ξεχασμένος και βιαστικός ο νους μου˙ μια κι ήταν τότε αφελής κι ήταν ρηχή το ίδιο και η διάθεσή του, στο να μαθαίνει όσο γινόταν πιο πολλά, μέσα σε λίγο χρόνο˙ μ’ έκανε τρέχοντας να προσπερνώ, αδύναμος ως ήμουν, και σαν σαΐτα άπιαστη γρήγορα να ξεφεύγω, μες σ’ ένα κόσμο μακρινό, χωρίς διαστάσεις κι όνειρα. Μες σ’ ένα κόσμο έρημο, άδειο από οίκτο ή συμπόνια, πεισματικά κλεισμένος μες στην προφύλαξη της άσκοπης περιέργειας, άνετα κολυμπώντας, μέσα στα μέτρα τα κοινά καλά αμπαρωμένος, απ’ όσα απ’ έξω, λες και με λύσσα αφηνιασμένου μουλαριού, κάλπαζαν δίχως έλεγχο, απ’ τα σκοτάδια της ζωής, ως την ψυχή μου επάνω.
Κι έβγαζα τότε, Μάνα, εύκολα συμπεράσματα. Κι είχα την ίδια αφέλεια, στο όφελος μόνο να πιστεύω, που θα εξαργύρωνα από τη γνώση γενικά, και μόνο εκείνο να σκοπεύω. Δίχως να δίνω σημασία, αφού δεν είχα ακόμη μάθει, το πώς το δύσκολο, κακό, και το εύκολο, ίδια κακά, για μας, πάντα στο τέλος τάζουν. Μάνα μου, τουλάχιστον να ‘ταν να ’μεναν έστω αιώνιοι οι πύργοι κάτω στην άπλα του Βασιλαδιού, τι κι αν στο δρόμο αληθινά έχει χαθεί η ελπίδα του Γυφτάκη! Σημάδια να ‘μεναν μονάχα! Μα και τα παραμύθια κάποτε τα βαριέσαι! Να ’μενες, να χαμογελάς Μάνα και αδερφή γραμμένη με το δάχτυλο, κάτω στην αμμουδιά με το τρανό το αλμυρίκι! Κι όμως και τώρα, όπως και τότε στα παλιά, πάντοτε μοναχός, τρέχω ακόμη αχνάρι μου παλιό, πάνω στα βήματά σου. Πάνω στα ίχνη μας εκείνα τα μοναχικά, εκείνα τα φτωχά, τα αιώνια, τα λίγα. Πόσα παλιά, τι κι αν κάποια στιγμή ίσα που προλάβαμε σαν πεφταστέρια λαμπροντυμένα μες στο φως έκθαμβοι κι αχόρταγοι να τα δούμε, τώρα στο τέλος μένουν αφώτιστα, θολά! Ήξερες, πως φοβόμουνα, από μικρός, το χρόνο. Ήξερες, πως στο τραίνο έτρεχα βιαστικός, το ίδιο γρήγορος, όπως παιδί κι ήσουνα δίπλα μου γι’ αυτό, για να με προφυλάξεις τότε απ’ τις ανώφελες τουλάχιστον φυγές μου, χωρίς την αίσθηση της σιγουριά σου τώρα πια. Έτρεχα πάντα. Αναρωτιέμαι ακόμη; Και τώρα τρέχω, ξέρω, μα να προλάβω τι; αφού το κύμα τα ’σβησε, από καιρούς στο παρελθόν, όλα στο ακρογιάλι και Τέχνη κι όνειρο κι ελπίδα, και τ’ όνομα σου Μάνα μου, κι ολόκληρη τη μνήμη!
Πάντως, άλλες οι ελπίδες τότε! Με το καλάμι μου για άλογο, όταν δεν χρειαζότανε στ’ άπλωμα εκείνης της πολύχρωμης και παστρικής μπουγάδας, αρμένιζα ανέμελος στις φτωχογειτονιές. Ξεπόρτιζα διαρκώς, πάντοτε τραγουδώντας, πάντοτε ταξιδεύοντας, όπως οι γύφτοι στον ντουνιά κι όλοι, όσοι ξεκληρισμένοι αλήτες, διάβαιναν γλεντοκόποι, αδιάφοροι κι ολιγαρκείς στα πέρατα τα μακρινά, του ατέλειωτου του κόσμου. Έτρεχα ασυγκράτητος, χωρίς σταματημό, χωρίς να τα κοιτάζω μα ούτε να τα συζητώ, όλα εκείνα εκεί τα μυστικά μηνύματα και τα παράξενα μαντάτα˙ που εντούτοις, έξω από μένα, αυτά ήξεραν πιο καλά με χίλιους μύριους τρόπους, σαν κλέφτες, να τρυπώνουνε στην τρυφερή και άγουρη, τη διψασμένη, της μνήμης την πονετική την έκταση την πυρωμένη.
Δίχως άλλη διέξοδο ξεχωριστός ο ίδιος, μέσα στις δυνατότητες μου˙ μπλοκαρισμένος, μες σ’ ένα δρόμο λασπερό, τόσο μονότονα μοναδικό, και τόσο αναπόφευκτα, απ’ τις ανησυχίες μου, καλά μελετημένο˙ σέλωνα τ’ άλογό μου, μ’ όση μπορούσα ανεμελιά και με μεγάλο κόπο, κι επάνω του στητός, θεατρινίστικα ανεβασμένος, μάταια προσπαθούσα με την φυγή να κρατηθώ, όσο μου ήταν δυνατό μακρύτερα, απ’ των πραγμάτων την πικρή, την φορτωμένη αλήθεια!
Βέβαια κι ετούτες οι στιγμές, εκείνο τον καιρό, κρατούσαν λίγο μέσα μου˙ κι έτσι καθώς στο τέλος ξαλάφρωνα, ξεθαρρεμένος λίγο-λίγο, διέσχιζα τις κοντινές στο σπίτι μου τις αμπολιές, παίζοντας, τι άλλο να ’κανα απ’ αυτό; και λίγο το παιδί καλπάζοντας ακράτητος, γεμάτος ενθουσιασμό, πάνω στο άβαθο νερό της απλωμένης λίμνης.
Εκεί, μες στα νερά, τα πιο μικρά παιδιά, της γειτονιάς μου τα παιδιά έπαιζαν ναυμαχίες με βάρκες πρόχειρα φτιαγμένες, από παφίλι ζουλισμένο.
Λίγο μακρύτερα τα μεγαλύτερα τ’ αγόρια, μ’ ένα καμάκι απλοποιημένο, από πιρούνι ανοιχτό, μπηγμένο επιδέξια στη μία άκρη ενός ισασμένου, πάνω σ’ αδύνατη φωτιά, μεγάλου καλαμιού, κυνήγαγαν τσαλαβουτώντας, μέχρι την άντζα βυθισμένα, τ’ απονήρευτα μικρά, της μπάφας τα κοτλάδια. Με τέτοιο τρόπο, από μικροί αυτοί οι τελευταίοι παίζοντας τότε απλά, μάθαιναν στη συνέχεια τον δύσκολο κι αληθινό των πατεράδων τους αγώνα. Καθώς με αρκετή πάντοτε προσοχή, σβελτάδα και υπομονή, έτρεχαν μέσα στο νερό, με ευστοχία κυνηγώντας τις ασημιές ανταύγειες της ράχης των ψαριών, σπούδαζαν μες στη θάλασσα, την όχι κι εύκολη δουλειά ενός σωστού και μόνο έτσι χορτασμένου, βρέξει - χιονίσει, καμακαλόου ψαρά.
Πιο μέσα στα βαθειά, πάνω στο κόκκινο πριάρι, που’ χε γραμμένη έντονα με μαύρα γράμματα μεγάλα, στην πλώρια μάσκα, την επιγραφή ο Άγιος Συμεών, ψάρευε μοναχός, ο ρούσος γιος της Γιώργαινας. Ο πάντα λιγομίλητος και τακτικά κατσούφης, που εντούτοις, πίσω από τοίχους συμφορών κι αλύπητα δαρμένος απ’ την αψάδα τ’ αλατιού και τον θυμό του καναλιού, έκρυβε μαλακή, σχεδόν παιδιάστικη, μες στη σφιχτή του όψη, την αγαθή ψυχή του, ο Χρήστος ο Σαρτζής. Ο Χρήστος Κατσαντώνας. Έτσι τον παραγκόμοιαζαν, ποιός οίδε πώς, οι άλλοι του τόπου μου οι ψαράδες.
Πριάρι με Σταφνοκάρι στη Λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου


Εδώ, και πάντα απ’ την ανάγκη αυτός, ατέλειωτα μερόνυχτα δούλευε ασταμάτητα, σαν τον σκαφτιά, τη θάλασσα, ρίχνοντας κι ανεβάζοντας βαρύ απ’ το νερό το καφετί το σταφνοκάρι. Τούτο, ήταν ένας τετράγωνος ιστός γερά πλεγμένος με σαΐτα, απ’ την ανύπαντρη, μεγαλωμένη πια, αδερφή του τη Θοδώρα. Δεμένος ο ιστός, όλως διόλου σίγουρα, με κόμπους ναυτικούς, σε δυο ευλύγιστα κοντάρια, από κυπαρισσόξυλο, με τέχνη σταυρωμένα, έκανε σ’ όλη του την κατασκευή, κοιλιά απλωτή να στρέφει στο βυθό, ενώ προς τον αφρό ν’ αφήνει δικτυωτή μια κουφωτή παγίδα, για όσα απ’ τ’ ανόητα, έτσι τα θεωρούν της λιμνοθάλασσας τα ψάρια, θα ’πεφταν μέσα, να πιαστούν. Και δεν αργούσαν είν’ αλήθεια, άλλη φορά λιγότερα, κι άλλες φορές ακόμη πιο πολλά, ξεγελασμένα παίζοντας τα ψάρια, μέσα στο σταφνοκάρι να τρυπώσουν, κι ασφυκτικά εκεί να σφηνωθούν, μες στου ιστού τις τρύπες. Γελούσε τότε μοναχός, σαν το παιδί ο Χρήστος, «μπράβο, καλή ψαριά», ψιθύριζε πολύ ικανοποιημένος. Και το ’βλεπες ν’ αστράφτει μαλακωμένο, χαλαρό, όπως στο γέλιο του μωρού, κείνο το πρόσωπό του, όταν μ’ όση μπορούσε μαστοριά, τραβώντας απαλά με το σκοινί την τέμπλα, ανέβαζε σιγά, σιγά το σταφνοκάρι επάνω γεμάτο, τουρλωτό από λογής, λογιών τα ψάρια, το Μάνα του πελάγους.
Τότε πραγματικά, έμοιαζε αχόρταγο το βλέμμα του, απ’ του βυθού την πλούσια τη σοδειά. Άναβε κι άστραφτε με μιας η ικανοποίηση βαθειά του κι έκανε τη μορφή του, πιο κόκκινη και πιο λαμπρή, περίπου φαντασμένη όπως το ίδιο φάνταζε την ίδια εκείνη τη στιγμή, εκπληκτικά ωραία, ίδιος μ’ ένα καρβέλι αχνιστό, ροδοψημένο, ο ήλιος, όμορφα ζυγιασμένος στα κορφαχνάρια των βουνών που βάθαιναν στη δύση.
Ναι. Ήτανε τόσο κόκκινη και τόσο πλουμιστή, απ’ τη χαρά, η μεστωμένη όψη του ταπεινού του Χρήστου, ίδια, σαν του αφέντη μας του ήλιου. Κείνου του ήλιου μας, που σουλατσάριζε ολημερίς ακούραστος, όπως κι όλοι οι ψαράδες του Λιμνοχωριού, της θάλασσας και της ζωής πάντοτε άξιος εργάτης. Εργάτης ο ήλιος του ουρανού και της δικής μας της ζωής, σ’ αυτή την πολιτεία.
Γι’ αυτόν, τον ντόπιο ήλιο περηφανεύονταν πολύ, κι όχι αδικαιολόγητα, στο Λιμνοχώρι όλοι. Σαν πρόσωπο γνωστό, μεγάλος, στρογγυλός έλαμπε κι αργογύριζε μέσα στις γειτονιές, ποτίζοντας από ψηλά τη γη με ζεστασιά, με φως διηθημένο, σαν το διαμάντι καθαρό, κι ίσκιους τόσο πολύ αδέσμευτους, σχεδόν λευτερωμένους, απ’ των Πραγμάτων τ’ αναπόφευκτα κι αιώνια δεσμά.
Ο ίδιος τούτος ήλιος όμορφος, ανάλογα τις εποχές, πάντοτε συνεπής περνοδιάβαινε τα πρωινά γύρω απ’ το σπίτι της καλής του.
Με την αυγή προβάλλοντας, απ’ τις μενεξελιές αχνογραμμές πέρα μακριά της Παλιοβούνας, φρέσκος κι αγουροξυπνημένος διέσχιζε τον ουρανό, διαρκώς και περισσότερο, μες στο πρωινό καμαρωτός κι αστραφτερά λαμποκοπώντας. Και λες σαν να ’ταν νιόβγαλτος, ερωτευμένος αγαπητικός όλο ζωή και πάθος, ανέβαινε σιγά, σιγά κι έφθανε λίγο, λίγο τελικά, πάνω για να ακουμπήσει ξέψυχος λες κι ακράτητος, από μελένιους πόθους φορτωμένος, στα αστραφτερά παράθυρα της ασημένιας Κάϊνας, της μοσχομύριστης καλής του. Εκεί, γλιστρώντας τρυφερός στη μυρωμένη σάρκα της, έσπερνε ερωτικά αφημένος, σαν φωτοστέφανο λαμπρό, ένα πανέμορφο χορό, από χρυσές αχτίδες, στα πόδια και τη δούλεψη της όμορφης κυράς του.
Εκείνη πάλι σαν τρελή, της λίμνης η αφέντρα, καθώς ξεδιάκρινε από μακριά τον εραστή της ν’ ανατέλλει, και να ζυγώνει μ’ έξαψη είκοσι- πεντάχρονου παλικαριού τα διάφανα νερά της, μ’ ανείπωτη λαχτάρα και παθιασμένη ορμή κύλαγε κυματίζοντας, και χώνονταν βιαστική, χαδιάρα, γελαστή, στην πυρωμένη αγκαλιά του.
Τέτοιες στιγμές, όλα φωτίζονταν τριγύρω κι όλα σπαρτάραγαν από ζωή νιογέννητη, γεμάτη από φρεσκάδα, γεμάτη από ευωδιά.
Κι ήταν εκείνη η στιγμή, που όλα τα παραθύρια άνοιγαν βιαστικά στην πόλη. Κι άνιφτες οι νοικοκυρές άπλωναν πρόσχαρες και ξένοιαστες ακόμα, στο πέρασμα του αφέντη τους, του πρίγκιπα του ουρανού, σεντόνια πεντακάθαρα, κουβέρτες καραμελωτές, παπλώματα πολύχρωμα μ’ ολόχρυσα κεντίδια, μ’ αστέρια και κοχύλια και σταμπωτά χίλιων λογιών λουλούδια.

Βλαχοπούλα με τη γιορτινή στολή της


Οι βλαχοπούλες πάλι, οι περισσότερες παιδιά, παιδιά κι ετούτα της ανάγκης, την ώρα αυτή του γιορτασιού κατηφορίζοντας, απ’ τον Ζυγό, πρόωρα ξυπνημένες, ορμούσαν μες στην πόλη, σέρνοντας βιαστικά τα ζωντανά, από τα χάμουρα με προσοχή πιασμένα. Ναι, τι ποίηση και τι χαρά που ’διναν τότε, μες την πόλη, οι βλαχοπούλες των βουνών φωνάζοντας και διαλαλώντας μουσικά με τις κρυστάλλινες και γραφικές φωνές τους, όλες μαζί, σ’ ένα πολύβουο φωνητικό γιορτάσι, άλλες... ξύλα και φρύγανα για τη φωτιά, φιλνάδα... Άλλες..... Λάχανα, βραστολάχανα.. πιτολάχανα... μάραθα και ραδίκια... Κι άλλες, όλο και δυνατότερα... απίδια... σέσκλα και κρεμμύδια… ρίγανη, άνηθος κι αυγά... φιλνάδα.
Τι μελωδία εξαίσια, κείνη την ώρα του πρωινού, οι ανθρώπινες φωνές, και τι γλυκός και πεταχτός, σαν μαγικός, ο ήχος! Ο ήχος ο κουδουνιστός, που άπλωνε στον αέρα πάντα την ίδια ώρα, χωρίς σταματημό χειμώνα - καλοκαίρι, το καμπανάκι του σταθμού! Την ώρα ακριβώς, που κι αν βαθειά χαράματα, οι εργάτες απ’ τα σπίτια τους έπρεπε να κινήσουν, για να προλάβουν τη δουλειά. Και νάτοι τούτοι βιαστικοί κι αγουροξυπνημένοι με το φτωχό το κολατσιό, μέσα στη ριγωτή απ’ αλατζά πετσέτα, που ανόρεχτα τραβούσανε, πριν φέξει ολότελα ο Θεός, το δρόμο τους το δύσκολο της ασταμάτητης της βιοπάλης.
Και να και τα παιδόπουλα, την ίδια ώρα εκείνη, οι μαθητές εμείς, σαν σμήνη φασαριόζικα απ’ άτακτα και φλύαρα κιρκινέζια, που διασχίζοντας βιαστικά τις γειτονιές τρέχαμε να προλάβουμε έτσι που να ’μαστε έγκαιρα φθασμένοι στο πρώτο μας το μάθημα, πριν κλείσει η πόρτα του σχολειού και φάμε εκ των υστέρων, από γέρο το Δάσκαλο, τον κύριο Χονδρό, ή την πληθωρική κυρία Αντωνία, το ξύλο της χρονιάς μας.
Έτσι με τέτοια κοσμομάζωξη σ’ όλους τους δρόμους τα πρωινά, τιμούσε ξέφρενα η πολιτεία τούτο το σμίξιμο του ήλιου με την καλή της την Κυρά, λες μέσα σ’ ένα πανηγύρι. Ναι. Όλη η πόλη γιόρταζε, σχεδόν ευτυχισμένη, το φως το ηδονικό και την ειρήνη του πελάγου. Κι έκφραση ρουπωμένη, δίχως σημάδι στέρησης, όλα μαρτύραγαν παντού. Με φωναχτά χαρούμενα κι ήχους διακριτικούς, με μέτρο προσεγμένους. Με πρόσωπα και βλέμματα ξεκούραστα, κι από χαρά ανθισμένα, άνθιζε και η μέρα μας το ίδιο χαρωπή. Όλα ετούτες τις στιγμές, μέσα στη γειτονιά όλες οι ενέργειες μας, μα και οι κινήσεις μας στο χώρο, που απαιτούσανε ολιγαρκείς οι καθημερινές μας, μα κι οι χρόνια μαθημένες, μες τη λιτότητα, ανάγκες μας, δίχως σπατάλη ενέργειας, άνοιγαν λίγο - λίγο ειρηνικά και ήρεμα, σα δροσοστάλαχτα μπουμπούκια. Παντού τριγύρω, στο μυαλό, μέσα απ’ τη μνήμη αυτή, μένει, σαν το αθάνατο νερό, το μύρο εκείνης της ζωής. Το μύρο αυτό, της άγιας μνήμης τούτης, που κι αν σιγά, σιγά μέσα στο χρόνο, σήμερα, απ’ άλλα προωθημένα, διαφημιζόμενα, σημαντικά, - πιο ασήμαντα, μου φαίνεται - τείνει να λιγοστέψει, εντούτοις άσωτο ευτυχώς το χθες, σ’ όσους διαθέτουνε σωστή τη χάρη να θυμούνται, δίνει στο τέλος δυνατό ένα αιθέριο απόσταγμα μεθυστικό, που’ ναι στο τέλος, τέλος, έστω και ντεμοντέ, η ίδια ή Ιστορία. Η αληθινά απλή Ιστορία, κι όχι το προσφιλές, του ραχατιού το παραμύθι, των άμυαλων, από τη βόλεψη, ανθρώπων. Ξέρει να διασώζεται Ιστορικά η μνήμη˙ και να εκτιμάει το ίδιο, και τα μικρά, και τα μεγάλα. Απάντηση σωστή, σ’ όσους σωστά καταλαβαίνουν ετούτο το μικρό, πως μνήμη κι Ιστορία δεν κινδυνεύουν να χαθούν, και πάντοτε θα υπάρχουν, όσο οι άνθρωποι σωστά, και τα μικρά και τα μεγάλα εκτιμώντας, φεύγοντας και ερχόμενοι, θα αγωνίζονται διαρκώς εκείνα μόνο τα άξια απ’ όλα τ’ άλλα να διασώζουν μέσα απ’ τη γνώση και την μνήμη.
Πραγματικά κείνες τις ώρες, που αντιστεκόμενες δεν λεν να ξεχαστούν, η ζάλη της χαράς ατέλειωτη κρατούσε. Κι όλα φαντάζανε και φύση και ανθρώποι τόσο παράξενα και τόσο σαλεμένα, που νόμιζες, πως μόνο ο πάνσοφος Θεός τούτα τα πρωινά, ανοίγοντας καλόκαρδος διάπλατα τα. ουράνιά του, σαν πούπουλα τα μάζευε απαλά, κι από τη γη τα σήκωνε, και τα ’βαζε με προσοχή όλα μέσα στην αγκαλιά του.
Κι όμως, όσο κι αν τα ‘χε ο Θεός όλα στον κόρφο του κρυμμένα, δεν είναι ατέλειωτη η χαρά και στους Θεούς ακόμα, κι ακόμη περισσότερο στους δύστυχους ανθρώπους. Γι’ αυτό δεν είναι φρόνιμο ποτέ, βεβαίως πιο πολύ σε εμάς, άγνοιαστοι να ξεχνάμε, πως πάνω απ’ όλα στέκεται, μοναδικός κριτής, ο αδάμαστος καιρός, που μόνο ετούτος το μπορεί, και διόλου δεν τους λογαριάζει τους μεγαλόψυχους Θεούς κι ότι, σ’ αυτούς, φαίνεται να ‘ναι αρεστό.
Έτσι κι αλλιώς, και σαν οι ώρες κύλαγαν, ο ήλιος βιαστικός έφτανε στα μεσούρανα. Κι η ξενοιασιά του πρωινού έδειχνε λίγο-λίγο, συνέχεια να τελειώνει.
Κι έφταναν κείνη τη στιγμή, λες κι από κάποιο μαγικό κι αόρατο σινιάλο, πίσω προς την ανατολή οι πρώτες παιχνιδιάρικες σκιές. Κι έσκαγαν μύτη, μες στο γιόμα, σαν γκρίζα φίδια οι σκιές, μισοκρυμμένες πονηρά στο θερμασμένο αέρα. Κι ήτανε τούτη η ώρα, που γέμιζε το μαγαζί, των πρώτων βοηθειών. Κι ο Μπάρμπα Μοραΐτης, δίχως να σταματάει λεπτό, περίφροντις, με ξέχειλες από γλυκό κρασί τις πήλινες μισές, κερνούσε αδιάκοπα όλους τους διψασμένους κι όλους τους ανυπόμονους πελάτες. Όλο εκείνο το ντουνιά, που φλογισμένος έτρεχε, από το κάμα του ήλιου, να πιει και να ρουφήξει το κόκκινο δροσιστικό και δυνατό σερμπέτι.
Οι μυρουδιές του φαγητού ανάκατες στη γειτονιά, έδιναν το δικό τους, τούτη την ίδια τη στιγμή, το μπερδεμένο χρώμα. Και μύριζε κείνη την ώρα σύγχρονα ο αέρας φορτωμένος, από τη μια, θαλασσινό ιώδιο και πυρωμένο αλάτι, από την άλλη πάλι, επικρατούσε η μυρουδιά της τακτικής της φασουλάδας, και του καμένου κρεμμυδιού. Μα πάνω απ’ όλα λίγδιαζε, χορταστική η ατμόσφαιρα, απ’ ορεξάτες μυρουδιές, που ανέβαζαν στον ουρανό τα μπουχαριά δοξαστικά, πασαλειμμένες λάδι, καθώς τα ψάρια ψήνονταν στην πυροστιά και στο τηγάνι. Κι ήταν θεσπέσιες πραγματικά όλες αυτές οι μυρουδιές, που έντονα αόρατες πλανιόνταν στον αέρα. Με τη χαρά της ευφορίας, σαν γκαστρωμένες νιόπαντρες, ανέβαιναν σιγά, σιγά όλο καμάρι, κορδωμένες, τούτες οι πλούσιες οι μυρουδιές˙ κι ύστερα ζαλισμένες, απ’ το ψηλό τους πέταμα, έπεφταν ώριμες στη γη, σαν γινωμένο ρόδι. Κι έσπαγαν και λαχτάραγαν όλοι στη γειτονιά, απ’ τα πολύτιμα κομμάτια. Απ’ την πολύτιμη την ευωδιά.
Την ώρα εκείνη ακριβώς, τέλειωνε το σχολείο. Και τα παιδιά βιαστικά έτρεχαν, απ’ την αίθουσα, - ξελιγωμένα απ’ το πρωί - στη θαλπωρή να πάνε, του ταπεινού τους σπιτικού. Κι εκεί, σαν πρώτη τους δουλειά, ν’ αρπάξουν το κουτάλι, ήταν η μόνη έγνοια τους, και τρώγοντας να μεγαλώσουν, ήταν ο μόνος ο σκοπός τους. Και σαν τελείωνε και το φαί, όλα ερήμωναν στην πόλη. Χειμώνες, καλοκαίρια˙ γιατί, οι άνθρωποι εργατικοί - όσο χρειάζονταν, να πεις - σίγουρα όμως κουρασμένοι, έστω και λίγο μαχμουρλήδες, ξάπλωναν στο γιατάκι τους, για να τον πάρουν λίγο.
« Να... μία, με δύο ωρούλες, όσο να ξαποστάσω.» Έτσι συνήθιζαν να λεν, για τον μακάριο τον ύπνο˙ φίλο πιστό, ξεχωριστό στην κούραση, ακόμη και στην τεμπελιά˙ και τέλος γιατί όχι, και στην, όχι και τόσο άδικα, αγαπημένη τους ανατολίτικη συνήθεια.
Κι ήτανε σαν παράλυτος, στο μεταξύ, στον ουρανό ο ήλιος. Ξέχειλος απ’ του έρωτα τις μύριες απολαύσεις, αποτραβιόνταν συνετά, λίγο ­το λίγο κουρασμένος, απ’ το κορμί της Κάϊνας˙ κι ανέβαινε σιγά, σιγά τον μακρινό ανήφορο της φλογισμένης δύσης. Ενώ ξωπίσω του, η πρόσκαιρα αφημένη, η αχόρταγη Κυρά, η δόλια η Λιμνοθάλασσα, του έρωτά της κατευόδιο, ένα ασημένιο άνοιγε διάπλατο ποτάμι σμαραγδί, από βαρύγλυκους, σοροπιασμένους στεναγμούς, για να περάσει, μέσα απ’ αυτό, αυτός ο τυχερός, ο αιώνιος εραστής της.
Και τώρα, που ο έρωτας έδειχνε να ’χει τελειώσει, τούτος ο μπαγαμπόντης, ο ανδρούκλας, ο αγαπητικός όλως διόλου χορτασμένος, κόκκινο πετεινάρι έμοιαζε ξεπουπουλιασμένο, γονατισμένο ολότελα, στο τέλος αχαμνό. Ναι. Λίγο, πριν τον κοιμίσει η Οξιά, μέσα στον κόλπο της, της δύσης, ανίκανος και χλιαρός ο ήλιος, μονάχα με των κάρτ-ποστάλς την άσεμνη την ομορφιά, ταίριαζε τώρα πια, η προηγούμενη η καλλονή, της παιδευμένης δύναμής του. Κι όμως πραγματικά δεν είναι αδύνατο κι αυτό, ούτε κι αστείο βέβαια, το ότι δηλαδή όταν περάσει η όρεξη, ακόμη και ο έρωτας σαν παραμύθι μένει. Ναι, μες στον κόλπο της Οξιάς παραμυθένια η δύση, όσο πανέμορφη κι αληθινή ήτανε, λίγο πριν από ετούτη, η Ανατολή, η ίδια η ζωή. Αλλά και πριν και τώρα ευτυχώς, το νόημα το ανθρώπινο, εδώ, σε τούτο το μεταίχμιο, δεν ξεπερνά τα όρια μιας μαγικής αοριστίας. Το νόημα αν και μεγάλο πάντοτε, μένει αόριστο διαρκώς˙ και μόνη εντύπωση ψηλαφητή, το θάμβος των χρωμάτων, στα σύνορα του ορίζοντα, μένει να καθορίζει το αιώνιο υπάρχον˙ εκεί ακριβώς στο ελάχιστο, εκεί ακριβώς στο απυρόβλητο το αφανές. Εκεί που χάνεται η ζωή, κι εκεί που ανατέλλει.
Ναι. Στα όρια τού είναι της Οξιάς, ζωής ανεπανάληπτης, μ’ όλα τα μυστικά κάθε στιγμής της τώρα πια δομένα, από πληρότητα κι από γαλήνη σκεπασμένα, κυριαρχεί κι απλώνει ακράτητο το θαυμασμό, μοναδική η εντύπωση του ιλιγγιώδους όμορφου, του θάμβους των χρωμάτων. Εκεί και μόνο εκεί, και μονάχα για λίγο, τα κόκκινα, τα ρουμπινιά, τα βιολετιά κι οι αμέθυστοι, και το μελί το κεχριμπάρι, στο προσκεφάλι τ’ απαλό τ’ ονειρικού γαλάζιου. Εκεί που μαγικά, πριν απ’ το τέλος, όλα, ωραία κι άσχημα, κάθε στιγμή αλλάζουν. Εκεί, που αυτό που γίνονταν, μέσα στη φύση όλη, έμοιαζε κι ήτανε αληθινό και άπιαστο, ένα στιγμιαίο θαύμα. Ένα στιγμιαίο θαύμα˙ κι η απόσταση μηδαμινή, απ’ την Αυγή ως τη Δύση.
Πόσο κρατάει ο στεναγμός, πόσο κρατάει το γέλιο; Ένα τεράστιο και μικρό και στιγμιαίο θαύμα, που απ’ την 0ξυά τώρα απλωνότανε ειρηνικά, σαν αντιφέγγισμα μες σε σερνόμενες σκιές χρωμάτων παθιασμένων˙ κι έφτανε έτσι μαγικά το απόβραδο γλυκό και σιωπηλό, γεμάτο από δύναμη περίσσεια, λίγο το λίγο να χωθεί, ανάμεσα στους πιο βαρείς χρωματισμούς των παλιωμένων σπιτικών, της γκρίζας πολιτείας.
Κι εδώ στα γήινα, τα πεζά, στα υπαρκτά, τ’ αληθινά, τούτη την ώρα πλέον μοναδική ελπίδα επικρατούσε, το κόκκινο, το μπλε, το σκούρο καφετί κι οι γκρίζες αποχρώσεις της νάρκωσης και του αιώνιου ύπνου, που έφτανε γαλήνια, πριν τα σκεπάσει όλα σε λίγο το σκοτάδι.
Πέπλοι πυκνοϋφασμένοι, ακριβοί, από μετάξι λες, αδιάφανοι οι ήχοι άπλωναν στον αέρα, στέρεα καρφωμένοι, σαν και να είχαν από πριν, για τούτο, έτσι ετοιμαστεί, για να ησυχάσουν πια, με την ανάπαυλα της μέρας και να ακούγονται απαλοί, μέσα στη σιωπή, λίγο το λίγο απόμακροι, γαλήνια σβησμένοι.
Πέρα μακριά, έρημες τώρα πλέον οι εξοχές, ντύνονταν μες στη φούρια της πάνσοφης της φύσης, με χρώματα μοναδικά, σχεδόν θλιμμένα, σκοτεινά. Το δειλινό ξεψύχαγε στιγμή με τη στιγμή.



Δειλινό. Φωτ. δανεισμένη από το Internet

«Σπύροοοοο... Γιάννηηηη...» ακούγονταν προστακτική και φροντισμένη δυνατά, της μάνας η φωνή, που όπως η κλώσα το μικρό πουλί, σαν πλάγιαζε η νύχτα, έτσι κι εκείνη η καψερή καλούσε το παιδί της.
«Άντε, δεν χόρτασες μαθές το έρμο το παιχνίδι; Ώρα να μαζευτείς.»
Την ίδια ώρα εκείνη, στις αμπολιές, όλοι μαζί, τρέχανε πάνω-κάτω βιαστικοί, οι ψαράδες. Γεμάτοι έγνοια τώρα, έκαναν ότι έκαναν, για να προλάβουν τη μπουνάτσα και να κοτσάρουν το πανί. Την μπαλωμένη ράντα, στ’ άσπρωγμα, για ταξίδι, του απαλού μαϊστραλιού. Φουριόζοι κι όλο νεύρα, την τελευταία τη στιγμή, ετοίμαζαν με την ψυχή στο στόμα, ότι απ’ τα σύνεργα της ολονύχτιας δουλειάς δεν το ’χαν έγκαιρα, όπως θα έπρεπε, ετοιμάσει. Σέσλες βαθιές στο χέρι τους μεταμορφώνονταν με μιας, σε χειροκίνητες αντλίες, που με σκερτσόζα μαστοριά ρουφούσαν κι άδειαζαν, μέσα στο άψε-σβήσε, όλα τα απονέρια, ανάμεσα απ’ τις γυρτές στραβοξυλιές του πάτου της γάϊτας, στη μπλαβιασμένη θάλασσα.
Πλεχτά πανέρια, από καλάμι, ή λιανοκλάδια λυγαριάς, γεμάτα με το βραδινό, καμιά κουβέρτα βρώμικη, ή μια τριμμένη κουρελού, δίχτυα ή παραγάδια, τα ‘φερναν τα μουντά ακρογιάλια με προσοχή και χάρη φορτωμένες, πάνω στα μαντιλοδεμένα τους κεφάλια, γριές και νιες μανάδες ή οι ταλαίπωρες γυναίκες, και στους ανύπαντρους οι αδερφές˙ ενώ ξωπίσω έσερναν πάντοτε με στοργή, από τη φούστα κρατημένο, όλο το παιδομάνι. Το παιδομάνι εκείνο, που πιο συχνά ξεβράκωτο, γυμνό ως την κοιλιά, ξυπόλυτο, και αν και νυσταγμένο, ήθελε εντούτοις, μ’ όλα αυτά, να ‘ναι εκεί κοντά, για να προλάβει ν’ αγναντέψει το ξάνοιγμα στο πέλαγος, του καπετάνιου, κύρη του.
Έτσι, καθώς το φως σιγά, σιγά λιγόστευε στη πλάση, ώστε στο τέλος όλα να φαίνονται αμυδρά, ξανοίγονταν, πέρα μακριά στην Κάϊνα, σαν ένα σμάρι από λευκά πουλιά, οι φουσκωμένοι φλόκοι και τα πολύχρονα σκαριά των πριαριών˙ και τότε ειρηνικά λιγόστευε μαζί τους κι ο αχός, κι η κίνηση μαζί. Μαζί, κι η αγωνία των μεροκαματιάρηδων ψαράδων. Κι όλα, σεκλέτια και χαρές τα ‘σερνε ελαφρά μες στη θολή της αγκαλιά, να τα κοιμίσει η νύχτα, μέχρι να ξημερώσει, ίδια ο θεός, την επομένη μέρα.
Την ώρα αυτή ακριβώς, που όλα σταμάταγαν παντού, στο δρόμο της Τουρλίδας, μοναχικός περπατητής ήταν ο Καπετάν Αλέκος, ή όπως αλλιώς τον ήξεραν καλά κι από καιρό οι αγαθοί χωρατατζήδες, της κάτω αγοράς, με τ’ άλλο τ’ όνομά του, ο κυρ Καπτάν δεν πάω.
Πάνω στο δρόμο της Τουρλίδας, ο κυρ Αλέκος, πάντα πιστά την ώρα ετούτη, πήγαινε, ή πιο σωστά τραβούσε με ηδονή αργά, αργά τα βήματα, δυο μέτρα πλαι στη θάλασσα, στον ιδιόρρυθμο τον δρόμο. Τον δρόμο το ξεχωριστό που ελεύθερος τραβούσε μοναχικός προς την κατάλευκη την έξω αλυκή.
«Ο δρόμος της Τουρλίδας. Θάλασσα μπρος και πίσω, θάλασσα απ’ όλες τις μεριές, κι αυτός, τι μεγαλείο μάτια μου, να είναι ανάμεσα της! Πόσο ωραία ένοιωθε, μέσα στα σωθικά του; Θα ‘λεγες τόσο ωραία, σαν καπετάνιος να ’τανε σ’ ακίνητο καράβι.» Πόσο τον ξεγελούσε, τον καπετάν Αλέκο, από καιρό η θάλασσα˙ κι όμως την ίδια τη στιγμή πόσο την λαχταρούσε, και πόσο μωλαϊμησε, μες στη ζωή απ’ αυτή;









Από παιδί ταξίδευε στα πέλαγα του κόσμου, μαζί με τον πατέρα του, τον Μπάρμπα Νιόνιο, τον ζωγράφο.





Τ’ άρεσε εκείνου, με μπογιές, να ζωγραφίζει τη γοργόνα, την αδερφή του Αλέξανδρου, στα περισσότερα καράβια, που άραζαν για ξεφόρτωμα, από τα ξένα στο λιμάνι. Με μια, από τις πάσαρες, του Κυρ Βουρλά του Τάσου, αυτός κι ο καπετάνιος κύρης του, είχαν οργώσει τα νησιά, όλα του Ιονίου. Και μια φορά, μάλλον απ’ ένα λάθος τους στη χάραξη της ρότας, χάθηκαν στην Αδριατική, αναζητώντας μάταια μπροστά τους την Ιθάκη.
Τον μάγευε η θάλασσα˙ κι ένοιωθε σιγουριά και δύναμη μεγάλη, όσο διαρκούσε τ’ άσωτο μέσα στο χρόνο πέρασμά της.
Χρόνια απέφευγε να παντρευτεί. Ήθελε να ’ναι ελεύθερος. Σίγουρος προτιμούσε, οι ρίζες του να πλένε, κάλλιο στο εφήμερο του αφρού, παρά στην τακτοποίηση, που εξασφάλιζε το χώμα. Σπίτι, παιδιά, γυναίκα, όλα μαζί ήταν, γι’ αυτόν, η θάλασσα. Η θάλασσα αυτή, που πιότερο κοντά του, απ’ ότι άλλο γύρω του, στη φαντασία, μέσα του έπαιρνε σάρκα και οστά και γίνονταν ηλιοκαμένη, υδάτινη, γυναίκα όμορφη, ναζιάρα. Μία κοπέλα ολάνθιστη, χαρούμενη ρευστή˙ που λες και τον καλούσε διαρκώς μπροστά να προχωράει, σα να ’θελε στο τέρμα κάποιου απόμακρου γιαλού, στ’ άσωτο το διάστημα του ορίζοντα μπροστά του, μ’ ωριμασμένο πάθος, εκεί και μόνο εκεί ακριβώς, ολότελα να του δοθεί.
Το ‘νοιωθε μαγικό τούτο το κάλεσμα της κι άφηνε ακυβέρνητη τη δόλια την ψυχή του σ’ ένα ταξίδι συνεχές, κίνησης παθιασμένης, σχεδόν μοναδικής. Σ’ ένα ταξίδι ατέλειωτο, χωρίς σταθμούς κι εμπόδια, δίχως ελπίδες, κι όλους τους μάταιους σκοπούς. Σ’ ένα ταξίδι μυθικό, μες στο πυκνό μυστήριο της λευτεριάς του άγνωστου, που μόνο αυτό, αληθινά, μας την προσφέρει.
Κι έγινε, στον καιρό, γρήγορα καπετάνιος. Κι έφευγε τώρα πλέον, πριν καν αράξει σε λιμάνι, ολοένα πιο συχνά. Κι έφευγε και χανότανε στους μακρινούς ορίζοντες, διαρκώς και πιο μακριά. Κι ένοιωθε κάθε μίλι, όλο και περισσότερο τη γλύκα να στοιβάζεται, ολοένα και βαθύτερα, μέσα στα αξεδίψαστα, τα υφάλμυρα τα σωθικά του.
Και πέρασε ο καιρός. Κι έψαχνε, μες στα πέλαγα˙ και μες στη μοναξιά του. Κι όλο και περισσότερο ένοιωθε να γλιστρά, μες στο βυθό της ευτυχίας. Τίποτα δεν τον κράταγε στο κόσμο τον χωμάτινο, στον κόσμο τον συμπαντικό. Όλη η ύπαρξή του, λες κι έγινε νερένια. Θα ’μενε έτσι, μες στο νερό κι αυτός ας πούμε, όπως και όλοι οι άλλοι, οι νεραϊδοαρπαγμένοι, που δεν γυρίσανε ποτέ.
Κι όμως μια αρρώστια ξαφνική, που άρπαξε στ’ Αλγέρι, έφτασε να γκρεμίσει μύθους και παραμύθια˙ κι άκων - εκών τον έφερε στον τόπο του, άχρηστο να τον καθηλώσει, - τόσο παράξενη η ζωή! - στους δρόμους και τις γειτονιές, της πόλης μας, για πάντα.


Εγγονόπουλος



Έξαλλος στην αρχή, κι αντίθετος τελείως στις αυστηρές, ιατρικές συστάσεις, ρούφαγε το τσιμπούκι του, σαν μανιακός μες στο λιμάνι. Σιγά, σιγά και μια κι η φυματίωση αργούσε να περάσει, ίσως απρόσμενα απ’ την αρχή, γρήγορα όμως έπειτα φάνηκε να αλλάζει, όλως διόλου, ριζικά στο βάθος η ψυχή του. Η έξαψη, τα νεύρα του, λίγο το λίγο υποχωρούσαν. Μια θλίψη απέραντη, βαθειά, τον πρώτο τον καιρό, δεν κράτησε πολύ. Στο τέλος μάζεψε˙ κι έμπασε τόσο ο κακομοίρης, σαν το πανί στο μούσκιο. Κάμφθηκε το ωραίο του, τ’ αντρίκειο το παράστημα˙ και το χειρότερο γι’ αυτόν, μπατάρισε το θάρρος του και η παλικαριά του, που τόσο έδειχνε παλιά στις δυσκολίες της ζωής. Και αν ήταν νιος στα χρόνια; Ετούτη τη στιγμή έμοιαζε μαραζωμένο, προ πάντων φοβισμένο, άλαλο γεροντάκι.
Κι ήτανε τότε, που ’ρθε το τελικό και τ’ άδικο, να τονε βρει κακό. Έβρεχε τρόμπες ο Θεός˙ κι έξω από τον καφενέ, λυσσομανούσε ο Γαρμπής˙ κι η νύχτα πήχτρα στο σκοτάδι. Καθηλωμένη η ματιά, του Καπετάν Αλέκου, έβλεπε και δεν έβλεπε, μέσα στο όμορφο το κάδρο, στον τοίχο απέναντί του, * την εκ πολλών αμαρτιών, * μετανοιωμένη μυροφόρο˙ που ξαπλωμένη, ταπεινή, ξόδευε μύρο ακριβό κι έπλενε απαλά τα πόδια, του Χριστού˙ ενώ την ίδια τη στιγμή, με τις μακριές, σταρένιες της πλεξούδες, τα αχνοσφόγγιζε συγχρόνως.





Μαρία Μαγδαληνή -Τζάνες.

«Πόσο; ... Στ’ αλήθεια, είναι όμορφη ετούτη η ζωγραφιά! Όμως, ο διάολος που να πάρει, αλλού το πρόβλημά μου... και λύση περιμένει!»
Από νωρίς οριστικά το ’χε αποφασίσει, απόψε αργά το βράδυ, κι ο κόσμος να χαλάσει, ετούτος θα σαλπάρει. Όχι. Δεν ήτανε κι αυτή μια απόφαση, σαν τόσες άλλες που ’χε πάρει τον τελευταίο τον καιρό, μέσα του μυστικά, επί ματαίω βέβαια. Όχι. Σήμερα τ’ αποφάσισε, παρ’ όλο που δεν ήξερε, για πού και πώς, να φύγει. Πρώτη φορά, απ’ το πρωί, με προσοχή μεγάλη αρμάτωσε τα ξάρτια, έλεγξε τα πανιά, τους κάβους και τις σαλαμάστρες˙ πέρασε ξύγκι τους σκαρμούς, τα ράουλα και το τιμόνι. Με την σβελτάδα την παλιά, πόσες δουλειές στο πρωινό, δεν πρόλαβε να κάνει!
Παράγγειλε και φτάσανε τρεις ναύτες, απ’ το Αιτωλικό. Ψώνισε τα χρεούμενα, όλα απ’ το παζάρι˙ κι όρισε «το βραδάκι, σαν θέλει ο γιαραμπής, θα βγούμε στο κανάλι».
Μα τώρα, τούτη την ώρα στριμωγμένος, μέσα στο μαγαζί, έβλεπε κι όλο έβλεπε... την όμορφη Μαγδαληνή˙ κι όσο γαλήνευε αυτός, τόσο ανάποδα ο καιρός, έξω απ’ τα παράθυρα, αγκομαχούσε πιο πολύ, σχεδόν σαν εφιάλτης... Δυο μέτρα παρακεί, έξω από τον καφενέ, η θάλασσα μπροστά του, κι ετούτος ο ανήμπορος, σαν και να έψαχνε, χωρίς να το μπορεί, μες στο σκοτάδι να τη δει. Υψιπετής, μεγαλειώδης η φουρτούνα, το ξέσπασμα κι η αντάρα της μανιασμένης Θάλασσας αλώνιζε τη νύχτα˙ και τ’ ανθρωπάκι, αυτό το ταπεινό, τα χρειαζότανε πολύ. Κι απορημένος τώρα, όλο και περισσότερο ρώταγε συνεχώς, με σιγανά μισόλογα, τον ίδιο του τον εαυτό... «Μωρ’ να ‘ναι αυτή; Τόσο γνωστή!... Μωρ’ να ’ναι αυτή;... Τόσο μες στον καιρό χαμένη;».. Κι απ’ έξω σφύριζε ο αέρας˙ και τ’ άγριο κύμα ούρλιαζε˙ και ζάρωνε συνέχεια, ώρα την ώρα, ο καπετάνιος... «Όμορφη η Μαγδαληνή... Κέρδισε τον παράδεισο, ξοδεύοντας το μύρο!... Όμορφη!.. Όμορφη, που ’ναι μάτια μου… και δύσκολη τόσο πολύ, αιώνια η δαιμόνισα. Πόσος καιρός, που πέρασε;… Εκείνη τα κατάφερε, για μια στιγμή μονάχα και με τη πίστη της και μόνο, κέρδισε τον παράδεισο… κι εγώ, τώρα στο πίσω- πίσω τι καρτερώ, απ’ τη ζωή, αφού απ’ τα μικράτα μου, μόνο σε κείνη πίστεψα;»









Όλη η γαλήνη μέσα, μα απ’ έξω από τον καφενέ, το ουρλιαχτό... ο καιρός... Ετούτος ο παλιόκαιρος, τ’ αστροπελέκι, ο χαλασμός κι η μαύρη η τρικυμία....
« Όμορφη, που ’ναι.... μάτια μου...Όμορφη, που ’ναι η θάλασσα, σαν μιας ανάγκης ξωτικής πλάσμα χτισμένο τέλεια. Ίσκιος της πέτρας, άδεια από σάρκα και από αίμα, θολό κι απόκοσμο μυστήριο, σχεδόν καθρέφτισμα αρχαϊκής θεάς, βγαλμένης λες μες απ’ το έρμο, το βαθύ, το απέραντο σκοτάδι. Δαιμόνισα ψυχή… δειλή ψυχή μου των πνευμάτων˙ που απόφυγες να ασπαστείς, όπως και τη ζωή, έτσι το ίδιο ευλαβικά τη νύχτα που σε ζώνει. Όμορφη, που ’σαι θάλασσα!…» Σκέφτονταν... κι έλιωνε ο δόλιος˙ κι όλος φαρμακωμένος τώρα γινόταν άθαρρος, ολότελα σκυμμένος, μες το ατίθασο, σκληρό, το αφηνιασμένο αφούγκρασμά της. Και τότε, τι να κάνει; τι άλλο να ’κανε ο δόλιος, μάζευε λίγο, λίγο, ολοένα πιο πολύ. Και τότε ανίκανος ν’ αντισταθεί, το ’νοιωθε πάλι πιο πολύ τ’ ανελέητο, εκείνο το ψυχρό, το γέλιο της θεάς να του καρφώνει αμείλικτο, με πρόγκες σουβλερές, απ’ την αμφιβολία φαρμακωμένες κάργα, όλο το πάθος μιας ζωής, πάνω στην έρμη αμπολιά, κι όλο το βύθισμά του, μες τον παράδεισο του ονείρου. Άδειος, το ’βλεπε τώρα ο δύστυχος, ότι, ότι κι αν έκανε, όσο κι αν λύσσαγε, άπιαστο μες τα χέρια του, έμενε να ρηχαίνει το απέραντο το πάθος του, να είναι ελεύθερος, έστω στα όνειρά του. Διαρκώς, το ’βλεπε λίγο, λίγο, όλη η λαχτάρα του να λιγοστεύει˙ και τώρα αισθάνονταν ο δόλιος ολωσδιόλου πιεσμένος, τόσο μπασμένος τελικά, μέχρι να εξισωθεί το ύψος των ονείρων του, στο μήκος της αλήθειας. Το ’ξερε τώρα πια ο άθλιος, τούτο τ’ αστείο τ’ ανθρωπάκι, πως δεν την άντεχε την άβυσσο, για λευτεριά, που έλπιζε τόσο πολύ η καρδιά του. Τον νίκαγε η Θάλασσα, αυτή, που αυτός ο ανίκανος, τόσο πολύ αγαπούσε.
«Να πάω;... να μην πάω;...» Αναρωτήθηκε;... Τι το ’θελε;.. δίχως και να το καταλάβει, το επανέλαβε στα φωναχτά... και πάλι ύστερα από λίγο, το ίδιο δυνατά. «Η πάσαρα δεν θα τα βγάλει πέρα… οι αρμοί χαλάρωσαν… μπάζουν νερά…. Κι έπειτα διαολόκαιρος, το ’χει γυρίσει τραμουντάνα. Δεν πάω!» Τραύλισε ξέπνοος, σχεδόν έτοιμος πια να καταρρεύσει. Μα τον ακούσανε οι άλλοι, όλοι οι ζηλόφθονοι, οι αραγμένοι μια ζωή, μέσα στον καφενέ.
«Άντε, εις υγεία, του *Καπτάν δεν πάω*,» είπε σαν τον αντίλαλο, ποιός ξέρει ποιός, από το πλήθος˙ κι έμεινε απ’ τα τότες το παρατσούκλι ή τ’ όνομα, άδικα, του ανθρώπου.
Από τα τότε βέβαια, έμαθε αργά, αργά, να ζει μες στης ταπείνωσης τα σχόλια, τις ρίμνες και τα χωρατά, που έκαναν στην αρχή, πάντοτε οι αφώτιστοι, αριά και που οι θρασύδειλοι, συνέχεια οι αφελείς. Πίσω του στην αρχή˙ κι έπειτα φανερά και λυσσασμένα, ακόμη και μπροστά του. Μα ευτυχώς με τον καιρό, ο καπετάν Αλέκος αλάφρυνε, να πούμε˙ κι έμεινε πούπουλο, σαν καλοζυγισμένος γλάρος, να κρέμεται αιωρούμενος, από ένα γάντζο μιας παλάντζας απέριττης κι ευσπλαχνικής, πλάι στο λιμάνι απέριττος κι αυτός, μες το καιρό να ισορροπεί. Να ισορροπεί˙ και σαν για τιμωρία καθηλωμένος ν’ αγναντεύει, είκοσι μίλια απέναντι, εκείνες τις ξανθές τις αμπολιές, τ’ αμπέλια, τα μοσχάμπελα, με τις σταφίδες τους σα μέλι, και τις απέραντες τις σπιάντζες˙ απ’ όπου αχολογούσανε θαμπά, μέχρι τον τόπο του, οι Μοραΐτικες χαρούμενες φωνές, κι όλα εκείνα τ’ άγνωστα, σ’ όλους τους συντοπίτες του, τα τόσο μακρινά, που δεν τους άφησε ποτέ να τα γευτούνε, ανίκανοι και σκουριασμένοι, σ’ όλη τους την ζωή, το μαγικό κανάλι.
Πρώτη φορά που μπόρεσε, ετούτο τον καιρό, να υπολογίσει ένα- ένα, όσα απ’ τα θαύματά της, είχε η περασμένη του θαλασσινή ζωή. Κι ήτανε στα βαθιά του οι θύμησες αυτές, τόσο πολύτιμες και τόσο εκλεκτές, που ’μοιαζαν σαν και να ’παιζαν εκείνες τις στιγμές, χορεύοντας σ’ ανεμοδούρας το ρυθμό, όλο χαρά και σύνεση το γύρω, ­γύρω όλοι, στη μέση αυτός μοναχικός, και τ’ όνειρο στο κέντρο του, μ’ αγάπη σφαλισμένο.
Έτσι αναποφάσιστος, σιγά, σιγά άρχισε να ριζώνει. Έπιασε μια δουλειά, σ’ ένα γραφείο ναυτικό. Κι έπειτα... ναι, παντρεύτηκε. Πήρε, *για βίο ανθόσπαρτο*, μία ξενοτοπίτισα, γυναίκα θρήσκα και πολύ καλή νοικοκυρά. Και δόξα να ’χει ο γιαραμπής, πρόλαβε και απόχτησε δυο θυγατέρες και τρεις γιους.
Όσο για τ’ άλλο του, το μυστικό, μόνος του κάθε βράδυ σεργιάνι τράβαγε μακρύ, στο δρόμο της Τουρλίδας. Μια σκεβρωμένη, από τα χρόνια τώρα πια, φιγούρα ανθρώπινη, μέσα στο δειλινό, βραδυπορώντας, ξέκοβε, λες και πατώντας στα κλεφτά, αγκομαχώντας μες στο δρόμο, σαν ν’ αγωνίζονταν, απ’ τ’ αδιέξοδο να φύγει, μες στ’ ακατόρθωτο, αν είναι δυνατόν, ατόφιος να χωθεί. Εντούτοις τι τα θες, ανόητος φαινότανε, κι άδικος τώρα ο κόπος. Τώρα το γνώριζε καλά˙ κι ευχαριστιόνταν, όλο του το μαρτύριο, με εγκαρτέρηση να υπομένει. Πίσω του ο ίδιος δρόμος, πάντα οι ίδιοι οι ανθρώποι˙ κι ο εαυτός του ο ίδιος˙ διαρκώς όλα μαζί, και το καθένα χωριστά, λες και τον παίρνανε κατόπι, λες και τον κυνηγούσανε, για να τον φέρουν πίσω. Μα από πού; οι άμυαλοι!
«Είναι ο Καπτάν δεν πάω... γυρίζει πίσω πάλι.»
Ναι, όπως γυρίζαμε κι εμείς, σε κείνους τους απάνεμους γιαλούς˙ δίνοντας μόνο από συνήθεια το τυπικό παρόν, δίχως διάθεση καμιά, στις άδειες μέρες μας να αγκιστρωθούμε. Στις άδειες μέρες μας, που έτσι ακυβέρνητες φεύγουν αδιάφορες, χωρίς ν’ αφήνουν ίχνη, στ’ άγραφο το τεφτέρι της ξοδεμένης μας ζωής.
Πόσο δειλοί, χωρίς τη μνήμη και τον ρεμβασμό!... Έτσι που καταντήσαμε αναίσθητοι, μέσα στο σήμερα μικρόψυχοι να ζούμε, μίζεροι και τυφλοί, ανήμποροι σχεδόν να διακρίνουμε το θαύμα˙ το θαύμα, ότι υπήρξαμε˙ τι ευτυχία! - τίποτα άλλο απ’ αυτό. Ότι υπήρξαμε μέσα στο παρελθόν, απελπισμένοι εραστές, μ’ αυτό το ακατόρθωτο, ξετρελαμένοι αγαπητικοί, με τούτο τ’ άπιαστο, ή με εκείνο δυστυχώς, που μοναχά μπορούσαμε να ζούμε.
Έτσι η αλλιώς, κυλάνε οι μέρες κι απομένουν πίσω αόριστες, θολές, σαν σπίτια στο μισόφωτο άδεια και ρημαγμένα˙ σαν δρόμος μοιάζουν φωτισμένος, με τ’ αμυδρό, το τσιμπλιασμένο φως των φαναριών, που ανίσχυρο αυτό, όσο κι εάν το προσπαθεί, δεν φτάνει να φωτίσει, δύο μέτρα πιο μακριά, τους ανθισμένους τους σταθμούς, που λες καταραμένοι˙ δίχως εμείς - συνέχεια ταξιδευτές - να το μπορούμε κοντά τους να γυρίσουμε˙ αυτοί διαρκώς στο πόστο τους ξάγρυπνοι να μας περιμένουν.
Ναι! Ωσάν εκείνους τους παλιούς σταθμούς, είναι και οι μέρες μας που ’φυγαν, που ενώ τους προσπερνάς, έτσι που είναι αδειανοί, θλίψη σου προκαλούν στο υπόλοιπο ταξίδι˙ και σ’ οδηγούν στον πειρασμό, γνοιασμένος πιότερο ν’ αναρωτιέσαι, μην τάχα κι είναι η μοίρα τους, έτσι απ’ το Θεό γραμμένη, στ’ αζήτητα του χρόνου όλα να μένουν τα παλιά.
Άδειοι σταθμοί, και μέρες αδειανές. Μέρες και νύχτες η ζωή μας, ίδιες και απαράλλαγες, όπως θα μίλαγε κι ο ποιητής, μ’ αυτές που είναι ν’ αρθούν. Κι ίσως τα ίδια είχε να πει, μνησίκακα κάθε ανήσυχη ψυχή, έτσι σαν τα στοχάζονταν ψυχρά εκείνα τα χαμένα, γνοιασμένη πιότερο, απ’ τα μελλούμενα του κόσμου ετούτου τα κακά, που’ ναι μπροστά μας να φανούν. Μέρες και νύχτες που έφυγαν, ίδιες και απαράλλακτες στης λησμονιάς το χτες. Κι όμως, στ’ αλήθεια δυστυχώς, μόνο σαν έφυγαν, πόσο αλλιώτικες, η μια από την άλλη, πίσω στο χρόνο ταξιδεύουν; Και ποιός κακός λογαριασμός, αν το σκεφτούμε κάποτε, τις έσπρωξε βιαστικά˙ κι άδειασε τόσο γρήγορα τη δανεικιά, μέσα στο χρόνο, υπόστασή μας.
Μέρες και νύχτες η ζωή μας. Ποια άλλη επιλογή; Ας ήτανε λοιπόν μπροστά να γύριζαν και πάλι .
Ας ήτανε λοιπόν να ξαναέρχονταν πάλι, βράδια ειρηνικά καλοκαιριού, κάποιας του Ιουλίου μέρας.
…Μια φέτα κόκκινη, σαν το καρπούζι, το φεγγάρι˙ κι ένα ασημένιο μονοπάτι ν’ αργοκυλάει, μες στο σκοτάδι λάμνοντας ήρεμα και σιωπηλά, το φως του μες στο κύμα, τραβώντας προς την Πλόσταινα. Χλαπ... Χλούπ... Χλαπ... Χλουπ..... Μοναχικός ο ήχος, σαν το φιλί του εραστή, π’ άφηνε το σταλίκι, χωμένο ηδονικά μέσα στη μελωμένη αγκαλιά της νυσταγμένης Κάϊνας. Χλαπ. .. χλουπ... Κι έμοιαζε το πριάρι, με το γαλάζιο του πανί, ν’ αργοσαλεύει ονειρικά, σ’ ένα χαρούμενο ταξίδι.
«Τσιμουδιά... Ν’ ακούστε όλοι τον αχό της νύχτας, που ανασαίνει.» Ο Γιώργος κι η φαμίλια του και στην κορφή της πλώρης, μισογερμένη στο πλευρό, σαν τη γοργόνα όμορφη, με τα θαλασσινά της μάτια ν’ αντιφεγγίζουν στο φεγγάρι, λάμψεις από αμέθυστους και αστραπές από ζαφείρια˙ πανώρια νια στα 18 της χρόνια, το ορφανό της γειτονιάς, η σγουρομάλλα Ηρώ.
«Άντε, που να ’χεις, όλου του κόσμου τα καλά, πες το μας το τραγούδι,» παρακαλούσε λιγωμένα η κυρά-Γιώργαινα, η Μαρία.
Χλαπ... χλουπ... χλαπ... χλουπ... Και τα νερά ν’ αστράφτουν ασημιά, γύρω απ’ τη μελένια στράτα της χάλκινης σελήνης. Κι ύστερα απ’ τη σιωπή, γλυκό ξανά το παρακάλι.
«Έλα Ηρώ μου να χαρείς, πες’ το μας κείνο το τραγούδι.»
Κι εκείνη πρόθυμη με μιας άπλωνε, κι όλο άπλωνε τη μαγική φωνή της. Και γέμιζε τη θάλασσα. Και γέμιζε τον ουρανό. Κι έπαιζε εκείνο το τραγούδι, πότε βαθειά αγγίζοντας τον πόνο και το μυστήριο της βραδιάς, και πότε ανάλαφρα χαϊδεύοντας, σα στοργική αδελφή, στο μάγουλο το κύμα.




Τραγούδι του Αττίκ
« .... Παπαρούνα. χαρωπή... παπαρούνα μυρωμένη... ο διαβάτης που προσμένεις, άλλη δε ζητά να βρει........... Μα ένα βράδυ στου θεάτρου τη φουρτούνα..»
Βράδια ακύμαντα εδώ.
Κι είμαστε τότε εμείς καλά εδώ προφυλαγμένοι, σαν μέσα σ’ αρυτίδιαστη κι αιώνια ευτυχία, που καλεσμένη λες, όχι από νεύματα ή ξόρκια μαγικά, μάγου περαστικού απ’ τη μικρή μας πόλη, έφτανε μόνη της, απλή, και γέμιζε το χρόνο. Το χρόνο τον γυμνό κατά τα άλλα, από στολίδια περιττά, κάθε ψυχής απλής, σαν την ψυχή μας τότε. Τότε που δεν φοβόμαστε, πως θα περάσει η στιγμή! Αν θα χαθεί, ή αν θα μείνει πάντα η ίδια. Τότε που ’χαμε τη διάθεση, να απαλλαγούμε απ’ τη μικρή κι εφήμερη χαρά, απ’ το μικρό κι εφήμερο καημό της ματαιότητας του κόσμου.
Ποιός ξέρει κι ας το πει, αν τότε μάταια εμείς, τυφλοί διαθέταμε άσκοπα τον καιρό, μες στο σεργιάνι της ζωής μας. Αν ξέρει τώρα αληθινά, ας μας το πει να μάθουμε, το αν υπήρξαμε τυφλοί, σ’ ότι αληθινά το χτες προφήτευε λαμπρό, χωρίς και να το επαληθεύει˙ σ’ ότι το αύριο σοφό αντανακλούσε, πριν καν να φέξει ακόμη, δίχως ποτέ να φτάνει η στιγμή, που να το κάνει και χειροπιαστό! Όχι, απλά αγωνιζόμαστε, όπως καλά θα κάνουν κι ετούτοι που θα ’ρθούνε, το ίδιο ν’ αγωνίζονται, κι έτσι να ελπίζουν πάντα.
Πόση γαλήνη αλήθεια, πάνω στη γη, όταν γνωρίζεις τι ζητάς˙ και πόσα η άγνοια και οι άστατοι καιροί κλώθουν αντίθετα, έξω απ’ αυτά που επιθυμούν στο βάθος τους οι ανθρώποι! Κι έπειτα, ας λέμε, πως όλα είναι απρόβλεπτα.
Τι άλλο μάθαμε, απ’ τη ζωή, καλύτερα να λέμε! Όλα πως φτάνουν ξαφνικά κι απρόβλεπτα στο κόσμο! Έτσι ακριβώς όπως αυτά που ‘φθασαν το 40!